ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΔΡΑΜΕΣΟΙ - ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ - ΙΣΤΟΡΙΑ - ΔΙΟΙΚ&Eta
Πολιτισμικά Στοιχεία
Αρχαιολογικά Ευρήματα
Το χωριό Δραμεσοί γειτνιάζει με τον αρχαιολογικό χώρο της Αρχαίας Δωδώνη. Υπήρξε ένας οικισμός, ο οποίος εξυπηρετούσε τις ανάγκες της Δωδώνης.
Μία από τις ανάγκες αυτές ήταν και ο ενταφιασμός των νεκρών σύμφωνα με την αρχαία παράδοση. Ο ενταφιασμός γινόταν σε λαξευτούς πέτρινους τάφους.
Στην περιοχή του χωριού υπάρχουν τρεις τοποθεσίες με κάποια ευρήματα.
1. Απέναντι από το χώρο της εκκλησίας της Αγίας Παρασκευής υπάρχει το ιδιόκτητο αγρόκτημα της οικογένειας Παπαθεοδώρου που φέρνει την ονομασία Βλησίδια. Στο χώρο αυτό υπάρχουν μεγάλες πέτρινες πλάκες (πλακαριές). Πάνω στις πλακαριές αυτές υπάρχουν λαξευμένες εσοχές που λειτουργούσαν ως πέτρινοι τάφοι.
2. Στη θέση Σκαλοπόρια υπάρχουν πολύ μεγάλες πετρώδεις επιφάνειες, από την οποία πιθανόν να προμηθεύονταν τις πέτρες.
3. Στη θέση Κοπίνιανη υπάρχει η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Εκεί στον μεγάλο χώρο της Εκκλησίας υπάρχουν πολλές μεγάλες πέτρες. Στο χώρο υπάρχει μεγάλος πέτρινος λαξεμένος τάφος που είναι κομμένος σε δύο μεγάλα κομμάτια, το ένα εκ των οποίων είναι σε σχήμα μεγάλης μαρμάρινης λεκάνης. Ο κοντοχωριανός από το χωριό Κωστάνιανη Παύλος Γκαλντέμης ενδιαφέρθηκε και έφερε επί τόπου αρχαιολόγο. Ο αρχαιολόγος δίνει διαφορετική εξήγηση: «Πρόκειται για αρχαία σαρκοφάγο, για πέτρινο μνήμα δηλαδή. Εκεί, λοιπόν, βρισκόταν αρχαίος τάφος και πιθανόν η αρχαιολογική σκαπάνη ν’ αποκάλυπτε κι άλλους ή η σαρκοφάγος να λαξεύτηκε εκεί, για να μεταφερθεί στην κοντινή Δωδώνη, αλλά έσπασε κι αχρηστεύτηκε».
Το 1957, Κωνσταντίνος Μπέλλος νεαρός τότε δάσκαλος επισκέφθηκε στο σπίτι του τον παλαίμαχο με εθνική δράση συνταξιούχο δάσκαλο, τον Χρήστο Παπαδόπουλο (υιό του Ιερέα Νικόλαου Παπαδόπουλου), ο οποίος μου έδωσε να διαβάσω το βιβλίο του καθηγητή λόγιου Παναγιώτη Αραβαντινού "Χρονογραφία της Ηπείρου : των τε ομόρων ελληνικών και ιλλυρικών χωρών διατρέχουσα κατά σειράν τα εν αυταίς συμβάντα από του σωτηρίου έτους μέχρι του 1854." Ιδίοις όμμασι" διάβασε ότι η αρχαία πόλη Πασσαρώνα ,αρχική έδρα του Βασιλείου των Μολοσσών έκειτο βορειοανατολικά του χωριού Δραμεσοί. Όμως η αρχαιολογική έρευνα βρήκε την αρχαία πόλη στα Γραμμενοχώρια.
Παραδόσεις
ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ - ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ
Η παράδοση αναφέρει ότι τον παλιό καιρό το χωριό μας ήταν χτισμένο στη θέση Παλιοχώρι (Σκαλοπόρια, βλ. παραπάνω), όπου παλαιότερα βρίσκονται και ερείπια παλιών κτισμάτων. Επειδή οι κάτοικοι έκαναν πολλές αμαρτίες, γι αυτό άρχισαν να βγαίνουν πολλά φίδια. Ο χώρος είναι πράγματι, πολύ ξηρός, άγονος και πετρώδης και σήμερα ακόμη εκεί, όπως και σε άλλα μέρη, υπάρχουν πολλά φίδια. Οι κάτοικοι, αν υπήρχε εκεί οικισμός, αναγκάστηκαν να τον εγκαταλείψουν και να μεταφέρουν το χωριό στη σημερινή του τοποθεσία περισσότερο από την έλλειψη νερού και όχι τόσο από τα φίδια
Άλλη παράδοση που ακούγεται στο χωριό είναι για το «Σκαφίδι της Δράκαινας». Μολογάνε ότι η Δράκαινα ήταν μυθική γυναίκα με υπερφυσική δύναμη και ένα μεγάλο στήθος (Μονοβύζα). Μάλωσε με κάποια άλλη Δράκαινα που βρίσκονταν ακριβώς απέναντι στην Ολύτσικα, στην κορυφή Κουζουντά (ονομασία πιθανώς Τουρκική kuzüm onta). Επειδή θύμωσε πολύ μαζί της, της πέταξε από εκεί επάνω τον κόπανο που έπλενε τα ρούχα και της έσπασε, σε δυο κομμάτια, το μεγάλο πέτρινο σκαφίδι της.
Πραγματικά, δυο μεγάλα πέτρινα λαξευμένα κομμάτια βρίσκονται ανάμεσα σε πολλές πέτρες, πολύ κοντά στη μικρή εκκλησία του Αη-Γιώργη της Κοπίνιανης. Ο Απόστολος Παπαθεοδώρου δίνει την εξής πιθανή εξήγηση: «Ίσως είναι Κουρίτα (σκάφη λιθίνη) κάποιας παλαιοτέρας πηγής ή άλλου τρόπου υδρεύσεως και λόγω του μεγέθους και του σχήματος επλάσθη η παράδοσις αύτη, η οποία ανήκει εις τον κύκλον παραδόσεων περί Δρακαινών και Μονοβυζών».
Και μια τρίτη παράδοση αναφέρει, ότι στην τοποθεσία Βλησίδια, κοντά στην Αγία Παρασκευή, τα παλιά χρόνια, έθαψαν έναν πολύ πλούσιο μαζί με το μεγάλο θησαυρό του. Αυτό το πληροφορήθηκε κάποιος ληστής, νύχτα πήγε κι έσκαψε, πήρε το θησαυρό και τον φόρτωσε στο άλογό του. Και για να παραπλανήσει τους διώχτες του, σε περίπτωση που θα γίνονταν αντιληπτός, καλίγωσε το άλογό του ανάποδα, ώστε τα σημάδια από τα πέταλα να δείχνουν αντίθετη κατεύθυνση. Έτσι, διηγούνται στο χωριό, έγινε η κλοπή του μεγάλου θησαυρού. Πάντως στη μάντρα στα Βλησίδια, ανάμεσα σε μερικές βελανιδιές (δέντρα), υπάρχουν μέχρι σήμερα πάνω σε μια ενιαία μεγάλη πέτρα (πλακαριά) τρεις λαξευμένοι τάφοι, που προφανώς θα ανήκαν σε κάποια παλιά πλούσια οικογένεια. Αλλά και η ονομασία Βλησίδια, έχει, οπωσδήποτε, σχέση με τον κλεμμένο θησαυρό.
Πέρα από τις όποιες παραδόσεις, γεγονός είναι ότι ο χώρος αυτός παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον για την αρχαιολογική σκαπάνη. Ένας χώρος που αξίζει ιδιαίτερα να ασχοληθεί η Αρχαιολογική Υπηρεσία, είναι ο χώρος που βρίσκεται γύρω από τη μικρή εκκλησία της Αγίας Τριάδας, που χτίστηκε στα ερείπια μεγάλου βυζαντινού ναού. Στο χώρο αυτό από παλιότερα οι κάτοικοι του χωριού, γίνονταν άθελά τους αρχαιολόγοι, όταν έσκαβαν να βρουν κεραμίδια για τους φούρνους που έχτιζαν. Εκτός από κεραμίδια έβρισκαν και άλλα αντικείμενα, κυρίως κεραμικά είδη. Υπάρχει και η παράδοση, ότι στη μεγάλη βυζαντινή εκκλησία γίνονταν στέψεις βυζαντινών αυτοκρατόρων. Αν μπορεί να υπάρχει κάποια αλήθεια πίσω απ’ αυτή την παράδοση, κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβαίνει στους μεταβυζαντινούς χρόνους και κυρίως στην εποχή του Δεσποτάτου της Ηπείρου (1204-1261) όχι για στέψη, για διέλευση ίσως, κάποιου βυζαντινού αυτοκράτορα.
Η παράδοση αναφέρει ότι τον παλιό καιρό το χωριό μας ήταν χτισμένο στη θέση Παλιοχώρι (Σκαλοπόρια, βλ. παραπάνω), όπου παλαιότερα βρίσκονται και ερείπια παλιών κτισμάτων. Επειδή οι κάτοικοι έκαναν πολλές αμαρτίες, γι αυτό άρχισαν να βγαίνουν πολλά φίδια. Ο χώρος είναι πράγματι, πολύ ξηρός, άγονος και πετρώδης και σήμερα ακόμη εκεί, όπως και σε άλλα μέρη, υπάρχουν πολλά φίδια. Οι κάτοικοι, αν υπήρχε εκεί οικισμός, αναγκάστηκαν να τον εγκαταλείψουν και να μεταφέρουν το χωριό στη σημερινή του τοποθεσία περισσότερο από την έλλειψη νερού και όχι τόσο από τα φίδια
Άλλη παράδοση που ακούγεται στο χωριό είναι για το «Σκαφίδι της Δράκαινας». Μολογάνε ότι η Δράκαινα ήταν μυθική γυναίκα με υπερφυσική δύναμη και ένα μεγάλο στήθος (Μονοβύζα). Μάλωσε με κάποια άλλη Δράκαινα που βρίσκονταν ακριβώς απέναντι στην Ολύτσικα, στην κορυφή Κουζουντά (ονομασία πιθανώς Τουρκική kuzüm onta). Επειδή θύμωσε πολύ μαζί της, της πέταξε από εκεί επάνω τον κόπανο που έπλενε τα ρούχα και της έσπασε, σε δυο κομμάτια, το μεγάλο πέτρινο σκαφίδι της.
Πραγματικά, δυο μεγάλα πέτρινα λαξευμένα κομμάτια βρίσκονται ανάμεσα σε πολλές πέτρες, πολύ κοντά στη μικρή εκκλησία του Αη-Γιώργη της Κοπίνιανης. Ο Απόστολος Παπαθεοδώρου δίνει την εξής πιθανή εξήγηση: «Ίσως είναι Κουρίτα (σκάφη λιθίνη) κάποιας παλαιοτέρας πηγής ή άλλου τρόπου υδρεύσεως και λόγω του μεγέθους και του σχήματος επλάσθη η παράδοσις αύτη, η οποία ανήκει εις τον κύκλον παραδόσεων περί Δρακαινών και Μονοβυζών».
Και μια τρίτη παράδοση αναφέρει, ότι στην τοποθεσία Βλησίδια, κοντά στην Αγία Παρασκευή, τα παλιά χρόνια, έθαψαν έναν πολύ πλούσιο μαζί με το μεγάλο θησαυρό του. Αυτό το πληροφορήθηκε κάποιος ληστής, νύχτα πήγε κι έσκαψε, πήρε το θησαυρό και τον φόρτωσε στο άλογό του. Και για να παραπλανήσει τους διώχτες του, σε περίπτωση που θα γίνονταν αντιληπτός, καλίγωσε το άλογό του ανάποδα, ώστε τα σημάδια από τα πέταλα να δείχνουν αντίθετη κατεύθυνση. Έτσι, διηγούνται στο χωριό, έγινε η κλοπή του μεγάλου θησαυρού. Πάντως στη μάντρα στα Βλησίδια, ανάμεσα σε μερικές βελανιδιές (δέντρα), υπάρχουν μέχρι σήμερα πάνω σε μια ενιαία μεγάλη πέτρα (πλακαριά) τρεις λαξευμένοι τάφοι, που προφανώς θα ανήκαν σε κάποια παλιά πλούσια οικογένεια. Αλλά και η ονομασία Βλησίδια, έχει, οπωσδήποτε, σχέση με τον κλεμμένο θησαυρό.
Πέρα από τις όποιες παραδόσεις, γεγονός είναι ότι ο χώρος αυτός παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον για την αρχαιολογική σκαπάνη. Ένας χώρος που αξίζει ιδιαίτερα να ασχοληθεί η Αρχαιολογική Υπηρεσία, είναι ο χώρος που βρίσκεται γύρω από τη μικρή εκκλησία της Αγίας Τριάδας, που χτίστηκε στα ερείπια μεγάλου βυζαντινού ναού. Στο χώρο αυτό από παλιότερα οι κάτοικοι του χωριού, γίνονταν άθελά τους αρχαιολόγοι, όταν έσκαβαν να βρουν κεραμίδια για τους φούρνους που έχτιζαν. Εκτός από κεραμίδια έβρισκαν και άλλα αντικείμενα, κυρίως κεραμικά είδη. Υπάρχει και η παράδοση, ότι στη μεγάλη βυζαντινή εκκλησία γίνονταν στέψεις βυζαντινών αυτοκρατόρων. Αν μπορεί να υπάρχει κάποια αλήθεια πίσω απ’ αυτή την παράδοση, κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβαίνει στους μεταβυζαντινούς χρόνους και κυρίως στην εποχή του Δεσποτάτου της Ηπείρου (1204-1261) όχι για στέψη, για διέλευση ίσως, κάποιου βυζαντινού αυτοκράτορα.
Θρησκεία
Από τα παλαιότερα χρόνια μέχρι και σήμερα υπήρχε έντονα ανεπτυγμένο τους κατοίκους του χωριού το θρησκευτικό συναίσθημα.
Εκδήλωση αυτού του θρησκευτικού συναισθήματος είναι και η ανέγερση πολλών εκκλησιών. Υπάρχουν και σώζονται ανακαινισμένες πολλές μικρές εκκλησίες. Περιφερειακά του χωριού υπάρχουν οι εκκλησίες:
Άγιος Δημήτριος, Αγία Τριάδα, Άγιος Γεώργιος (Τροπαιοφόρος), Άγιος Γεράσιμος, Άγιος Παντελεήμονας, Αγία Παρασκευή και Άγιος Αθανάσιος.
Στο κέντρο του χωριού υπάρχουν
Η Ιερά Μονή Γεννήσεως της Θεοτόκου (Παναγία των Δραμεσών) χτίστηκε το 1664. Υπήρξε Ιστορικό Μοναστηρι με μεγάλη προσφορά στα ζοφερά μαύρα χρόνια της Τουρκοκρατίας και με το Μοναστηριακό (Κρυφό) Σχολειό πρόσφερε παιδεία στο δουλωμένο Γένος. Η Εκκλησία της Παναγίας πανηγυρίζει στις 8 Σεπτεμβρίου στο γενέθλιο της Παναγίας.
Απολυτίκιο Αγίας Ευφροσύνης
«Εν τη ασκήσει το θήλυ εκάλυψας, εν τη κοιμήσει τους πάντας εξέπληξας, Ευφροσύνη, αθλήσασα ανδρικώς νεάνις ούσα λαμπρά, και ταις πρεσβείαις ταις των κινδύνων απαλλάττεις τους τιμώντάς σε».
Εκδήλωση αυτού του θρησκευτικού συναισθήματος είναι και η ανέγερση πολλών εκκλησιών. Υπάρχουν και σώζονται ανακαινισμένες πολλές μικρές εκκλησίες. Περιφερειακά του χωριού υπάρχουν οι εκκλησίες:
Άγιος Δημήτριος, Αγία Τριάδα, Άγιος Γεώργιος (Τροπαιοφόρος), Άγιος Γεράσιμος, Άγιος Παντελεήμονας, Αγία Παρασκευή και Άγιος Αθανάσιος.
Στο κέντρο του χωριού υπάρχουν
Η Ιερά Μονή Γεννήσεως της Θεοτόκου (Παναγία των Δραμεσών) χτίστηκε το 1664. Υπήρξε Ιστορικό Μοναστηρι με μεγάλη προσφορά στα ζοφερά μαύρα χρόνια της Τουρκοκρατίας και με το Μοναστηριακό (Κρυφό) Σχολειό πρόσφερε παιδεία στο δουλωμένο Γένος. Η Εκκλησία της Παναγίας πανηγυρίζει στις 8 Σεπτεμβρίου στο γενέθλιο της Παναγίας.
Απολυτίκιο Αγίας Ευφροσύνης
«Εν τη ασκήσει το θήλυ εκάλυψας, εν τη κοιμήσει τους πάντας εξέπληξας, Ευφροσύνη, αθλήσασα ανδρικώς νεάνις ούσα λαμπρά, και ταις πρεσβείαις ταις των κινδύνων απαλλάττεις τους τιμώντάς σε».
Ιερός Ναός των Αγίων Αναργύρων
Ο πάνσεπτος καθεδρικό Ιερός Ναός των Αυταδέλφων Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού κτίστηκε εκ νέου το 1955 από άσπρη πελεκητή τοπική πέτρα, ιερουργούντος του αιδεσιμοτάτου Ιερέως Παπαδιαμάντη Βασιλείου στα θεμέλια του από το 1770 κτισθέντος παλαιότερου Ιερού Ναού.
Είναι αφιερωμένος στους θαυματουργούς Αγίους Αναργύρους Κοσμά και Δαμιανό. Είναι ο κεντρικός καθεδρικός ναός του χωριού.
Το χωριό πανηγυρίζει στη μνήμη των Αγίων Αναργύρων την 1η Ιουλίου και την 1η Νοεμβρίου.
Εντός του Ναού, υπάρχει πολύτιμο ιερό κειμήλιο, η κάρα της Αγίας Ευφροσύνης, καύχημα και Ιερό Προσκύνημα των κατοίκων του χωριού μας. Το ιερό αυτό προσκύνημα το έφερε στο χωριό μας σεβάσμιος Λευίτης από την Κωνσταντινούπολη.
Η κάρα της Αγίας Ευφροσύνης διατηρείται ευλαβώς σε εντός ασημένιας θήκης. Εντός της εκκλησίας υπάρχουν και εικόνας της Αγίας Ευφροσύνης (βλ. φωτογραφίες παρακάτω)
Είναι αφιερωμένος στους θαυματουργούς Αγίους Αναργύρους Κοσμά και Δαμιανό. Είναι ο κεντρικός καθεδρικός ναός του χωριού.
Το χωριό πανηγυρίζει στη μνήμη των Αγίων Αναργύρων την 1η Ιουλίου και την 1η Νοεμβρίου.
Εντός του Ναού, υπάρχει πολύτιμο ιερό κειμήλιο, η κάρα της Αγίας Ευφροσύνης, καύχημα και Ιερό Προσκύνημα των κατοίκων του χωριού μας. Το ιερό αυτό προσκύνημα το έφερε στο χωριό μας σεβάσμιος Λευίτης από την Κωνσταντινούπολη.
Η κάρα της Αγίας Ευφροσύνης διατηρείται ευλαβώς σε εντός ασημένιας θήκης. Εντός της εκκλησίας υπάρχουν και εικόνας της Αγίας Ευφροσύνης (βλ. φωτογραφίες παρακάτω)
Στην εκκλησία φυλάσσονται και εκκλησιαστικά κειμήλια και από τον προηγούμενο Ιερό Ναό που υπήρχε από το 1700.
Άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος
Στον ίδιο χώρο είναι χτισμένος και ο ναός του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου
Ο ναός παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί είχε κωδωνοστάσιο πολύ γραφικό και παραδοσιακά χτισμένο με μεράκι από μαστόρους Τζουμερκιώτες από τους Χουλαράδες.
Κτίστηκε το 1911 με δαπάνες των αδελφών Κωνσταντίνου Μπέλλου όπως μαρτυρεί η εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα.
Ο ναός παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί είχε κωδωνοστάσιο πολύ γραφικό και παραδοσιακά χτισμένο με μεράκι από μαστόρους Τζουμερκιώτες από τους Χουλαράδες.
Κτίστηκε το 1911 με δαπάνες των αδελφών Κωνσταντίνου Μπέλλου όπως μαρτυρεί η εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα.
Ιερά Μονή Γεννήσεως της Θεοτόκου
Ο Ιερός Ναός της Παναγίας είναι αφιερωμένος στη Γένεση της Θεοτόκου.
Η Ιερά Μονή Γεννήσεως της Θεοτόκου (Παναγία των Δραμεσών) χτίστηκε το 1664. Υπήρξε Ιστορικό Μοναστηρι με μεγάλη προσφορά στα ζοφερά μαύρα χρόνια της Τουρκοκρατίας και με το Μοναστηριακό (Κρυφό) Σχολειό πρόσφερε παιδεία στο δουλωμένο Γένος.
Η Ιερά Μονή Γεννήσεως της Θεοτόκου (Παναγία των Δραμεσών) χτίστηκε το 1664. Υπήρξε Ιστορικό Μοναστηρι με μεγάλη προσφορά στα ζοφερά μαύρα χρόνια της Τουρκοκρατίας και με το Μοναστηριακό (Κρυφό) Σχολειό πρόσφερε παιδεία στο δουλωμένο Γένος.
Στην Ιερά Μονή της Γεννήσεως της Θεοτόκου φυλάσσονταν η Ιερά Εικόνα της Παναγίας (Αλαποβήτρας) αμιγώς Δυτικής Τεχνοτροπίας. Παρουσιάζει την Παναγία Βρεφοκραοτύσα με το μικρό Χριστό στα δεξιά.
Η Εικόνα είναι μεγάλης καλλιτεχνικής αξίας και στο παρελθόν η Μητρόπολη Ιωαννίνων είχε ζητήσει να την πάρει από το χωριό. Σήμερα φυλάσσεται στο Βυζαντινό Μουσείο των Ιωαννίνων.
Η Εικόνα είναι μεγάλης καλλιτεχνικής αξίας και στο παρελθόν η Μητρόπολη Ιωαννίνων είχε ζητήσει να την πάρει από το χωριό. Σήμερα φυλάσσεται στο Βυζαντινό Μουσείο των Ιωαννίνων.
Ο παλαίμαχος με εθνική δράση συνταξιούχος δάσκαλος Χρήστος Παπαδόπουλος είχε αναφέρει στον Κωνσταντίνο Μπέλλο ο ίδιος πως την εν λόγω εικόνα τη ζητούσε επίμονα ο δεσπότης των Ιωαννίνων Σπυρίδωνας και αυτός αρνούνταν να τη δώσει.
Άγιος Παντελεήμων
Άγιος Αθανάσιος
ΔΡΑΜΕΣΙΤΙΚΗ ΝΤΟΠΙΟΛΑΛΙΑ
«Του Λόγου εσύ νεράιδα,
της μητέρας μου και της ψυχής μου γλώσσα...
Ω γλώσσα της Ρωμιοσύνης...»
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
αγκόλφι, το = φυλαχτό
ακουρμαίνομαι, ρήμα = ακούω με προσοχή
αλισίβα , η, (ιταλ. lisciva)[1] = σταχτόνερο για πλύσιμο ρούχων
αναδεχτούρι, το, = βαφτιστικός, αναδεξιμιός
αντέτι, το, (τουρκ. âdet) = συνήθεια
αντροπιάρα , η, = ντροπαλή
απαντέχω, ρήμα, = περιμένω, καρτερώ
απαντημένος, ο, = τόπος που δεν επιτρέπεται η
βοσκή του
απίπ’κα, επίρ. = αναποδογυρισμένα
απολο(γ)ή, η, = απάντηση
αρεντεύω , ρήμα = τρέχω
αστρέχα, η, = κενό μεταξύ στέγης και τοίχου
αφυσ’κόπιασμα, το, = παλιόπαιδο, με αφύσικη
συμπεριφορά
βάβω, η, = γριά, γιαγιά
βαένι, το, (σλαβ. vagan) = βαρέλι μεγάλο
βατσινιά, η, = βάτος
βελέντζα, η, (ρουμ. velentza) = μάλλινο κλινοσκέπασμα
βεντούζα, η, (ιταλ. ventosa) = ειδικό ποτήρι για θεραπεία
κρυώματος
βλάμης, ο, (αλβαν. vlam) = φίλος, υπηρέτης του γάμου
βλησίδι, το, = θησαυρός, πλούτος
γαζέπι, το, = πολύ δυνατή βροχή
γαϊτάνι, το, (τουρκ. kaytan) = κορδόνι
γαράφα, η, = μπουκάλα
γέννημα, το, = καρπός δημητριακών, σιτηρά
γκίζα, η, (αλβάν. giiz) = μυζήθρα που γίνεται από
ξινόγαλο
γκοσταρίτσα, η, (σλαβ. gusteritsa) = σαύρα
γκουμώνω, ρήμα, = βάζω υγρό στο στόμα και το
κρατώ χωρίς να το καταπίνω
γκριτζιάλα, η, = γκρίνια
γλούπος, ο, = στόμιο δοχείου
γοίκος, ο, (τουρκ. yük) = στοίβα προικιών
γρεντά, η, (σλαβ. greda) = δοκός, δοκάρι χοντρό ξύλινο
γυαλίζομαι, ρήμα, = καθρεφτίζομαι
διάβα, η, = πέρασμα
διακονάρης, ο, = ζητιάνος
δικέλλι, το, = αξίνα διχαλωτή
δροτσίλια, τα, = εξανθήματα, σπυράκια
είχινα, ρήμα, (τοπική έκφραση) = είχα
ένα καταδίκι, (τοπική έκφραση) = πολλά
ζαβός, ο, = ιδιότροπος, ανάποδος, κακός
ζαγάρι, το, (τουρκ. zaġar) = κυνηγετικό σκυλί
ζακόνι[2], το, (σλαβ. zakon) = συνήθεια, έθιμο
ζαλίκι, το, = φόρτωμα ξύλων στη ράχη των
γυναικών
ζάντζα, η, (ιταλ. usanza) = ιδιοτροπία, αγριότητα ζώου
ζαπώνω, ρήμα, = καταφέρνω να το κάνω κτήμα
μου
ζιάκα, η, = τσουβάλι, σακκί
ήρα, η, = παράσιτο σιταριού
θέρμες, οι, = ελονοσία, αρρώστεια με υψηλό
πυρετό
θιαμαίνομαι, ρήμα, = θαυμάζω
ίνορο, το, (ιδιωματισμός) = όνειρο
ισιάδα, η, = (μεταφορικά) η αλήθεια
ισιώματα, τα, = πεδινά μέρη
καζαντίζω, ρήμα, (τουρκ. kazandim) = κερδίζω από δουλειά, πλουτίζω
καλιγώνω, ρήμα, = πεταλώνω
καλπάκι, το, (τουρκ. kalpak) = στρογγυλό καπέλλο από μάλλινο
ύφασμα ή δέρμα
καμπρολάχανο, το, = λάχανο, μάπα
καρκαρίτσι, το, = μικρό χαλικάκι
κάρ’να, τα, = κάρβουνα
κατιφές, ο, (τουρκ. Kadife) = βελούδο
κατσιουλώνω, ρήμα, = σκεπάζω
καψερός, ο, = καημένος
κεμέρι, το, (τουρκ. kemer) = πέτσινο ζωνάρι διασκευασμένο
σε πορτοφόλι
κοκόσιες, οι, = καρύδια
κομπανία, η, (ιταλ. compania) = παρέα, μουσικό συγκρότημα
κοντσιά, η, = είδος χορταριού που έστρωναν
στον τσάρκο
κοσιεύω, ρήμα, = τρέχω
κούπα, η, (ιταλ. cupa) = ποτήρι
κουτσούβελα, τα, = μικρά παιδιά
λεγένι, το, (λατ. lagena) = μεταλλική λεκάνη νιψίματος
λιγούρα, η, = αναγούλα, τάση για εμετό
μανάρι, το, = αρνί για πάχυνση στο σπίτι,
θρεφτάρι
μανίτσα, η, = γιαγιά
μανόγαλο, το, = μαγικό γάλα (μάνας και
θυγατέρας)
μαξούμι, το, (τουρκ. maksum) = νήπιο
μαραγκιάζω, ρήμα, = μαραίνομαι
μαστραπάς, ο, (τουρκ. mastapa) = δοχείο για νερό ή κρασί
μαχαλάς, ο, (τουρκ. mahalle) = συνοικία
μπαϊλ’σιά, η, = ζαλάδα, ανακάτωμα στομαχιού
μπατλιά, η, = συστάδα πυκνών πουρναριών
μπιστόβλικος, ο, = λαίμαργος
μπιστούρα, η, = βράχος
μπλέτσι[3], το, = γυμνό
μπουτσκάβ’ρας, ο, = σκορπιός
(ν)ουρά, (η) = ουρά
ντραγάτης, ο, = αγροφύλακας
ξά(γ)ι, το, = αμοιβή μυλωνά
ξίψωμα, επίρ. = χωρίς ψωμί
ξυλοκρένω, ρήμα, = παραμιλώ επιθανάτια
όντας, επίρ. = όταν
πανωγόμι, το, = παραπανίσιο βάρος
πάφλας, ο, = τενεκές
πέτος, ο, = πετεινός
πρέκι, το, = οριζόντιο δοκάρι
προύσια, η, = στάχτη με αναμμένα κάρβουνα
ριζές, ο, = μεντεσές
ρόμπολο, το, = ξύλο πεύκου
ρούγα, η ,(ιταλ.) = δρόμος, σοκάκι
ρουκώνω, ρήμα, = χώνω, καταχωνιάζω
σάλμα, το, (σλαβ. slama, μετάθ. salma) = κλωνιά σίκαλης, βρίζας
σέα, τα, (απ’το ρήμα σείω = κινώ) = τα κινητά πράγματα του σπιτιού
σιαπέρα, επίρ., = ίσια πέρα, (δώθε, πάν’(ω),
κάτ’(ω))
σκόπι, το, (αλβαν. skop) = ραβδί
σκούπρα, τα, = σκουπίδια
σοκάκι, το, (τουρκ. sokak) = στενός δρόμος
σπίρτο, το, = οινόπνευμα
σώνω, ρήμα, = φτάνω
τάβλα, η, (λατ. tab(u)la) = χαμηλό ξύλινο τραπέζι
τακίμι, το, = ομάδα από οργανοπαίχτες
τσάμπ(ου)ρο, το, = βατόμουρο
τσιαγούλι, το, = σιαγόνι
τσιάμι, το, = ξύλο πεύκου
τσιάφη, η, = πάχνη
τσιοκάνι, το, = κουδούνι
τσιότσιος, ο, = μικρός
τσούπρα, η, (αλβαν. tšuprë) = κορίτσι
τσουράπι, το, (τουρκ. çorap) = κάλτσα
ύψωμα, το, = λειτουργιά, πρόσφορο
φακιόλι, το, = γυναικείο άσπρο κεφαλομάντηλο
φαμ(π)ίλια, η, (λατ. familia) = οικογένεια
φουλτάκα, η, = φουσκάλα
χαϊρλίτικα, τα, = χαρούμενα
χαλασιά μου, (Ηπειρώτικη έκφραση) = αγαπημένο μου
χόβολη, η, = ζεστή στάχτη
χου(γ)ιάζω, ρήμα, = φωνάζω δυνατά, μαλώνω
χούι, το, = έξη, συνήθεια, ιδιαίτερος τρόπος
συμπεριφοράς
ψίκι, το, (λατ. obsequium) = γαμήλια πομπή
[1] Λέξεις δάνεια και αντιδάνεια.
[2] Παροιμία: Κάθε χώρα και ζακόνι, κάθε μαχαλάς και τάξη.
[3] Μεταφορικά: Έκανα ένα καλό μπλέτσι = έφαγα και χόρτασα.
της μητέρας μου και της ψυχής μου γλώσσα...
Ω γλώσσα της Ρωμιοσύνης...»
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
αγκόλφι, το = φυλαχτό
ακουρμαίνομαι, ρήμα = ακούω με προσοχή
αλισίβα , η, (ιταλ. lisciva)[1] = σταχτόνερο για πλύσιμο ρούχων
αναδεχτούρι, το, = βαφτιστικός, αναδεξιμιός
αντέτι, το, (τουρκ. âdet) = συνήθεια
αντροπιάρα , η, = ντροπαλή
απαντέχω, ρήμα, = περιμένω, καρτερώ
απαντημένος, ο, = τόπος που δεν επιτρέπεται η
βοσκή του
απίπ’κα, επίρ. = αναποδογυρισμένα
απολο(γ)ή, η, = απάντηση
αρεντεύω , ρήμα = τρέχω
αστρέχα, η, = κενό μεταξύ στέγης και τοίχου
αφυσ’κόπιασμα, το, = παλιόπαιδο, με αφύσικη
συμπεριφορά
βάβω, η, = γριά, γιαγιά
βαένι, το, (σλαβ. vagan) = βαρέλι μεγάλο
βατσινιά, η, = βάτος
βελέντζα, η, (ρουμ. velentza) = μάλλινο κλινοσκέπασμα
βεντούζα, η, (ιταλ. ventosa) = ειδικό ποτήρι για θεραπεία
κρυώματος
βλάμης, ο, (αλβαν. vlam) = φίλος, υπηρέτης του γάμου
βλησίδι, το, = θησαυρός, πλούτος
γαζέπι, το, = πολύ δυνατή βροχή
γαϊτάνι, το, (τουρκ. kaytan) = κορδόνι
γαράφα, η, = μπουκάλα
γέννημα, το, = καρπός δημητριακών, σιτηρά
γκίζα, η, (αλβάν. giiz) = μυζήθρα που γίνεται από
ξινόγαλο
γκοσταρίτσα, η, (σλαβ. gusteritsa) = σαύρα
γκουμώνω, ρήμα, = βάζω υγρό στο στόμα και το
κρατώ χωρίς να το καταπίνω
γκριτζιάλα, η, = γκρίνια
γλούπος, ο, = στόμιο δοχείου
γοίκος, ο, (τουρκ. yük) = στοίβα προικιών
γρεντά, η, (σλαβ. greda) = δοκός, δοκάρι χοντρό ξύλινο
γυαλίζομαι, ρήμα, = καθρεφτίζομαι
διάβα, η, = πέρασμα
διακονάρης, ο, = ζητιάνος
δικέλλι, το, = αξίνα διχαλωτή
δροτσίλια, τα, = εξανθήματα, σπυράκια
είχινα, ρήμα, (τοπική έκφραση) = είχα
ένα καταδίκι, (τοπική έκφραση) = πολλά
ζαβός, ο, = ιδιότροπος, ανάποδος, κακός
ζαγάρι, το, (τουρκ. zaġar) = κυνηγετικό σκυλί
ζακόνι[2], το, (σλαβ. zakon) = συνήθεια, έθιμο
ζαλίκι, το, = φόρτωμα ξύλων στη ράχη των
γυναικών
ζάντζα, η, (ιταλ. usanza) = ιδιοτροπία, αγριότητα ζώου
ζαπώνω, ρήμα, = καταφέρνω να το κάνω κτήμα
μου
ζιάκα, η, = τσουβάλι, σακκί
ήρα, η, = παράσιτο σιταριού
θέρμες, οι, = ελονοσία, αρρώστεια με υψηλό
πυρετό
θιαμαίνομαι, ρήμα, = θαυμάζω
ίνορο, το, (ιδιωματισμός) = όνειρο
ισιάδα, η, = (μεταφορικά) η αλήθεια
ισιώματα, τα, = πεδινά μέρη
καζαντίζω, ρήμα, (τουρκ. kazandim) = κερδίζω από δουλειά, πλουτίζω
καλιγώνω, ρήμα, = πεταλώνω
καλπάκι, το, (τουρκ. kalpak) = στρογγυλό καπέλλο από μάλλινο
ύφασμα ή δέρμα
καμπρολάχανο, το, = λάχανο, μάπα
καρκαρίτσι, το, = μικρό χαλικάκι
κάρ’να, τα, = κάρβουνα
κατιφές, ο, (τουρκ. Kadife) = βελούδο
κατσιουλώνω, ρήμα, = σκεπάζω
καψερός, ο, = καημένος
κεμέρι, το, (τουρκ. kemer) = πέτσινο ζωνάρι διασκευασμένο
σε πορτοφόλι
κοκόσιες, οι, = καρύδια
κομπανία, η, (ιταλ. compania) = παρέα, μουσικό συγκρότημα
κοντσιά, η, = είδος χορταριού που έστρωναν
στον τσάρκο
κοσιεύω, ρήμα, = τρέχω
κούπα, η, (ιταλ. cupa) = ποτήρι
κουτσούβελα, τα, = μικρά παιδιά
λεγένι, το, (λατ. lagena) = μεταλλική λεκάνη νιψίματος
λιγούρα, η, = αναγούλα, τάση για εμετό
μανάρι, το, = αρνί για πάχυνση στο σπίτι,
θρεφτάρι
μανίτσα, η, = γιαγιά
μανόγαλο, το, = μαγικό γάλα (μάνας και
θυγατέρας)
μαξούμι, το, (τουρκ. maksum) = νήπιο
μαραγκιάζω, ρήμα, = μαραίνομαι
μαστραπάς, ο, (τουρκ. mastapa) = δοχείο για νερό ή κρασί
μαχαλάς, ο, (τουρκ. mahalle) = συνοικία
μπαϊλ’σιά, η, = ζαλάδα, ανακάτωμα στομαχιού
μπατλιά, η, = συστάδα πυκνών πουρναριών
μπιστόβλικος, ο, = λαίμαργος
μπιστούρα, η, = βράχος
μπλέτσι[3], το, = γυμνό
μπουτσκάβ’ρας, ο, = σκορπιός
(ν)ουρά, (η) = ουρά
ντραγάτης, ο, = αγροφύλακας
ξά(γ)ι, το, = αμοιβή μυλωνά
ξίψωμα, επίρ. = χωρίς ψωμί
ξυλοκρένω, ρήμα, = παραμιλώ επιθανάτια
όντας, επίρ. = όταν
πανωγόμι, το, = παραπανίσιο βάρος
πάφλας, ο, = τενεκές
πέτος, ο, = πετεινός
πρέκι, το, = οριζόντιο δοκάρι
προύσια, η, = στάχτη με αναμμένα κάρβουνα
ριζές, ο, = μεντεσές
ρόμπολο, το, = ξύλο πεύκου
ρούγα, η ,(ιταλ.) = δρόμος, σοκάκι
ρουκώνω, ρήμα, = χώνω, καταχωνιάζω
σάλμα, το, (σλαβ. slama, μετάθ. salma) = κλωνιά σίκαλης, βρίζας
σέα, τα, (απ’το ρήμα σείω = κινώ) = τα κινητά πράγματα του σπιτιού
σιαπέρα, επίρ., = ίσια πέρα, (δώθε, πάν’(ω),
κάτ’(ω))
σκόπι, το, (αλβαν. skop) = ραβδί
σκούπρα, τα, = σκουπίδια
σοκάκι, το, (τουρκ. sokak) = στενός δρόμος
σπίρτο, το, = οινόπνευμα
σώνω, ρήμα, = φτάνω
τάβλα, η, (λατ. tab(u)la) = χαμηλό ξύλινο τραπέζι
τακίμι, το, = ομάδα από οργανοπαίχτες
τσάμπ(ου)ρο, το, = βατόμουρο
τσιαγούλι, το, = σιαγόνι
τσιάμι, το, = ξύλο πεύκου
τσιάφη, η, = πάχνη
τσιοκάνι, το, = κουδούνι
τσιότσιος, ο, = μικρός
τσούπρα, η, (αλβαν. tšuprë) = κορίτσι
τσουράπι, το, (τουρκ. çorap) = κάλτσα
ύψωμα, το, = λειτουργιά, πρόσφορο
φακιόλι, το, = γυναικείο άσπρο κεφαλομάντηλο
φαμ(π)ίλια, η, (λατ. familia) = οικογένεια
φουλτάκα, η, = φουσκάλα
χαϊρλίτικα, τα, = χαρούμενα
χαλασιά μου, (Ηπειρώτικη έκφραση) = αγαπημένο μου
χόβολη, η, = ζεστή στάχτη
χου(γ)ιάζω, ρήμα, = φωνάζω δυνατά, μαλώνω
χούι, το, = έξη, συνήθεια, ιδιαίτερος τρόπος
συμπεριφοράς
ψίκι, το, (λατ. obsequium) = γαμήλια πομπή
[1] Λέξεις δάνεια και αντιδάνεια.
[2] Παροιμία: Κάθε χώρα και ζακόνι, κάθε μαχαλάς και τάξη.
[3] Μεταφορικά: Έκανα ένα καλό μπλέτσι = έφαγα και χόρτασα.
ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Όλα τα λαογραφικά στοιχεία σύμφωνα με τον Δημήτριο Οικονομίδη, καθηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών, εξετάζονται σε τρεις κατηγορίες που αφορούν
Ένα από τα σπουδαία λαϊκά στοιχεία που εξετάζεται στον Υλικό Βίο είναι και η τοπική παραδοσιακή ενδυμασία.
Για να γίνει η τοπική ενδυμασία των γυναικών του χωριού προηγούνται πολλές εργασίες:
Στο χωριό Δραμεσοί πριν την επανάσταση, οι κάτοικοι ασχολούνταν με την γεωργία και την κτηνοτροφία.
Από την κτηνοτροφία προμηθεύονταν το μαλλί.
Από το μαλλί από τα γίδια γίνονταν σκληρά υφαντά, κυρίως στρωσίδια, σαμαροσκούτια και για τον τσομπάνο κοντοκάπι, ταλαγάνι, και βαριά κάπα.
Τον Μάϊο κούρευαν τα πρόβατα. Το μαλλί των προβάτων πλένονταν για να φύγει η σαριά.
- Στον Υλικό Βίο
- Στον Κοινωνικό Βίο
- Στον Πνευματικό Βίο
Ένα από τα σπουδαία λαϊκά στοιχεία που εξετάζεται στον Υλικό Βίο είναι και η τοπική παραδοσιακή ενδυμασία.
Για να γίνει η τοπική ενδυμασία των γυναικών του χωριού προηγούνται πολλές εργασίες:
Στο χωριό Δραμεσοί πριν την επανάσταση, οι κάτοικοι ασχολούνταν με την γεωργία και την κτηνοτροφία.
Από την κτηνοτροφία προμηθεύονταν το μαλλί.
Από το μαλλί από τα γίδια γίνονταν σκληρά υφαντά, κυρίως στρωσίδια, σαμαροσκούτια και για τον τσομπάνο κοντοκάπι, ταλαγάνι, και βαριά κάπα.
Τον Μάϊο κούρευαν τα πρόβατα. Το μαλλί των προβάτων πλένονταν για να φύγει η σαριά.
ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ
Η κτηνοτροφία εκτός από τα προϊόντα διατροφής έδινε και την πρώτη ύλη (έριο) για την ενδυμασία. Από το μαλλί των προβάτων γίνονταν το ύφασμα κι απ’αυτό ράβονταν τα φορέματα. Η αντρική φορεσιά ήταν πιο απλή, ενώ η γυναικεία ήταν πιο σύνθετη. Ειδικότερα, η γυναικεία λαϊκή ενδυμασία, για τις χαρούμενες στιγμές του κοινωνικού βίου, έχει και στην ύφανση ιδιαίτερη τέχνη, είναι περίτεχνα κεντημένη και φοριέται με ωραία κοσμήματα.
Για να φτάσει όμως η πρώτη ύλη ως το στάδιο που θα γίνει ύφασμα, κατάλληλο για τις διάφορες φορεσιές, περνάει από διάφορες φάσεις και απαιτούνται οι απαραίτητες προπαρασκευαστικές εργασίες:
❧ Ύφανση
Προπαρασκευαστικές εργασίες
Το κούρεμα: Κουρεύονταν τα πρόβατα το Μάη μήνα με μεγάλα ψαλίδια, τα προβατοψάλιδα. Το μαλλί όπως κουρεύονταν αποτελούσε ένα ενιαίο σύνολο, το ποκάρι. Τα ποκάρια μαζεύονταν σε τσουβάλια και μεταφέρονταν απ’τη στάνη στο σπίτι.
Το πλύσιμο: Τα ποκάρια, έτσι όπως κουρεύονταν, ήταν πολύ βρώμικα, γι’αυτό έπρεπε να πλυθούν με πολύ νερό, για να φύγει η σαριά. Στη συνέχεια το μαλλί απλώνονταν για στέγνωμα.
Το ξάσιμο (ξαίνω =ξανοίγω το μαλλί): Μετά το στέγνωμα, οι νοικοκυρές άρχιζαν να «γραίνουν» το μαλλί, να το ξεσβολιάζουν, να το καθαρίζουν απ’τις κολτσίδες και να το κάνουν κατάλληλο να μπει στα σκαμάγκια για λανάρισμα.
Το λανάρισμα: Το λανάρισμα γίνονταν με τα λανάρια, που στο χωριό μας τα λέγαμε σκαμάγκια.
Τα σκαμάγκια: Τα σκαμάγκια αποτελούνταν από δύο μέρη: Απ’το κινητό, που είναι μια ξύλινη πλάκα 20-30 εκ. περίπου. Στην επάνω επιφάνειά της έχει μια ξύλινη λαβή και στην κάτω έχει ψιλά σιδερένια δοντάκια 1-3 εκ. Και απ’το ακίνητο, που είναι ίδια σε μέγεθος με το κινητό, ξύλινη πλάκα, εφοδιασμένη κι αυτή στην επάνω επιφάνειά της με ίδια σιδερένια δοντάκια. Η κάτω επιφάνειά της έχει εξάρτημα, για να στερεώνεται ανάμεσα στα πόδια της γυναίκας.
Στο επάνω μέρος της ακίνητης επιφάνειας και πάνω στα δοντάκια, βάζει η γυναίκα το μαλλί. Μετά παίρνει το επάνω λανάρι (σκαμάγκι), το ακουμπάει στο κάτω και το σέρνει προς τον εαυτό της. Καθώς το μαλλί ξεμπλέκεται μέσα στα δόντια των σκαμαγκιών, βουρτσίζεται κι ανοίγει σε μακριές ίνες. Έτσι αφράτο όπως είναι, γίνονται οι τουλούπες κι αρχίζει το γνέσιμο.
Η κτηνοτροφία εκτός από τα προϊόντα διατροφής έδινε και την πρώτη ύλη (έριο) για την ενδυμασία. Από το μαλλί των προβάτων γίνονταν το ύφασμα κι απ’αυτό ράβονταν τα φορέματα. Η αντρική φορεσιά ήταν πιο απλή, ενώ η γυναικεία ήταν πιο σύνθετη. Ειδικότερα, η γυναικεία λαϊκή ενδυμασία, για τις χαρούμενες στιγμές του κοινωνικού βίου, έχει και στην ύφανση ιδιαίτερη τέχνη, είναι περίτεχνα κεντημένη και φοριέται με ωραία κοσμήματα.
Για να φτάσει όμως η πρώτη ύλη ως το στάδιο που θα γίνει ύφασμα, κατάλληλο για τις διάφορες φορεσιές, περνάει από διάφορες φάσεις και απαιτούνται οι απαραίτητες προπαρασκευαστικές εργασίες:
❧ Ύφανση
Προπαρασκευαστικές εργασίες
Το κούρεμα: Κουρεύονταν τα πρόβατα το Μάη μήνα με μεγάλα ψαλίδια, τα προβατοψάλιδα. Το μαλλί όπως κουρεύονταν αποτελούσε ένα ενιαίο σύνολο, το ποκάρι. Τα ποκάρια μαζεύονταν σε τσουβάλια και μεταφέρονταν απ’τη στάνη στο σπίτι.
Το πλύσιμο: Τα ποκάρια, έτσι όπως κουρεύονταν, ήταν πολύ βρώμικα, γι’αυτό έπρεπε να πλυθούν με πολύ νερό, για να φύγει η σαριά. Στη συνέχεια το μαλλί απλώνονταν για στέγνωμα.
Το ξάσιμο (ξαίνω =ξανοίγω το μαλλί): Μετά το στέγνωμα, οι νοικοκυρές άρχιζαν να «γραίνουν» το μαλλί, να το ξεσβολιάζουν, να το καθαρίζουν απ’τις κολτσίδες και να το κάνουν κατάλληλο να μπει στα σκαμάγκια για λανάρισμα.
Το λανάρισμα: Το λανάρισμα γίνονταν με τα λανάρια, που στο χωριό μας τα λέγαμε σκαμάγκια.
Τα σκαμάγκια: Τα σκαμάγκια αποτελούνταν από δύο μέρη: Απ’το κινητό, που είναι μια ξύλινη πλάκα 20-30 εκ. περίπου. Στην επάνω επιφάνειά της έχει μια ξύλινη λαβή και στην κάτω έχει ψιλά σιδερένια δοντάκια 1-3 εκ. Και απ’το ακίνητο, που είναι ίδια σε μέγεθος με το κινητό, ξύλινη πλάκα, εφοδιασμένη κι αυτή στην επάνω επιφάνειά της με ίδια σιδερένια δοντάκια. Η κάτω επιφάνειά της έχει εξάρτημα, για να στερεώνεται ανάμεσα στα πόδια της γυναίκας.
Στο επάνω μέρος της ακίνητης επιφάνειας και πάνω στα δοντάκια, βάζει η γυναίκα το μαλλί. Μετά παίρνει το επάνω λανάρι (σκαμάγκι), το ακουμπάει στο κάτω και το σέρνει προς τον εαυτό της. Καθώς το μαλλί ξεμπλέκεται μέσα στα δόντια των σκαμαγκιών, βουρτσίζεται κι ανοίγει σε μακριές ίνες. Έτσι αφράτο όπως είναι, γίνονται οι τουλούπες κι αρχίζει το γνέσιμο.
Το γνέσιμο: Για να γίνει το γνέσιμο, η τουλούπα μπαίνει στη ρόκα.
Εργαλεία για το γνέσιμο είναι:
Η ρόκα: Στη στεφάνη της ρόκας μπαίνει η τουλούπα και αρχίζει το γνέσιμο. Η καλή ρόκα είναι φτιαγμένη από καλό ξύλο, κεντημένη από τους τσοπάνηδες με κεντίδια περίτεχνα. Είναι ένα πραγματικό κόσμημα λαϊκής τέχνης.
Η παράδοση της όμορφης διακόσμησης της ρόκας έρχεται από την αρχαιότητα. Στα αρχαία χρόνια η ηλακάτη (ρόκα) κοσμούνταν με πολύτιμη ύλη (ελεφαντοστό, χρυσό) και οι γυναίκες την αφιέρωναν στη θεά Αθηνά, που ήταν η προστάτιδα της κλωστικής τέχνης.
Το αδράχτι: Είναι ξύλο όμορφα πελεκημένο, 40 περίπου εκατοστών, και στη μέση έχει μεγαλύτερο πάχος.
Το σφοντύλι: Είναι μικρό κωνικό κομμάτι ξύλου, που είναι τρυπημένο στο κέντρο του, για να περνάει και να σφηνώνεται το κάτω τμήμα του αδραχτιού. Το σφοντύλι χρησιμοποιείται για το σφιχτό γνέσιμο του νήματος (στημόνι).
Με τα παραπάνω ξύλινα χειροποίητα εργαλεία γίνεται το γνέσιμο. Η γυναίκα παίρνει απ’την τουλούπα μικρά φλόκια μαλλιού, τα κλώθει με το χέρι, γίνεται το νήμα και το τυλίγει στο αδράχτι. Το νήμα που είναι σφιχτά γνεμένο είναι το στημόνι, που μπαίνει στον αργαλειό κατά μήκος, ως βάση του υφαντού. Το νήμα που δεν είναι σφιχτά γνεμένο είναι το υφάδι, που προορίζεται με τη βοήθεια της σαΐτας να διασταυρωθεί με το στημόνι και να γίνει η ύφανση.
Το τυλιγάδιασμα: Μετά το γνέσιμο, το νήμα (γνέμα) τυλίγεται σε μεγάλους «τσιλέδες», πλένεται και ακολουθεί η βαφή του. Μετά το βάψιμο, το στημόνι τυλίγεται σε κουβάρια και το υφάδι σε μασούρια.
Εργαλεία για το γνέσιμο είναι:
Η ρόκα: Στη στεφάνη της ρόκας μπαίνει η τουλούπα και αρχίζει το γνέσιμο. Η καλή ρόκα είναι φτιαγμένη από καλό ξύλο, κεντημένη από τους τσοπάνηδες με κεντίδια περίτεχνα. Είναι ένα πραγματικό κόσμημα λαϊκής τέχνης.
Η παράδοση της όμορφης διακόσμησης της ρόκας έρχεται από την αρχαιότητα. Στα αρχαία χρόνια η ηλακάτη (ρόκα) κοσμούνταν με πολύτιμη ύλη (ελεφαντοστό, χρυσό) και οι γυναίκες την αφιέρωναν στη θεά Αθηνά, που ήταν η προστάτιδα της κλωστικής τέχνης.
Το αδράχτι: Είναι ξύλο όμορφα πελεκημένο, 40 περίπου εκατοστών, και στη μέση έχει μεγαλύτερο πάχος.
Το σφοντύλι: Είναι μικρό κωνικό κομμάτι ξύλου, που είναι τρυπημένο στο κέντρο του, για να περνάει και να σφηνώνεται το κάτω τμήμα του αδραχτιού. Το σφοντύλι χρησιμοποιείται για το σφιχτό γνέσιμο του νήματος (στημόνι).
Με τα παραπάνω ξύλινα χειροποίητα εργαλεία γίνεται το γνέσιμο. Η γυναίκα παίρνει απ’την τουλούπα μικρά φλόκια μαλλιού, τα κλώθει με το χέρι, γίνεται το νήμα και το τυλίγει στο αδράχτι. Το νήμα που είναι σφιχτά γνεμένο είναι το στημόνι, που μπαίνει στον αργαλειό κατά μήκος, ως βάση του υφαντού. Το νήμα που δεν είναι σφιχτά γνεμένο είναι το υφάδι, που προορίζεται με τη βοήθεια της σαΐτας να διασταυρωθεί με το στημόνι και να γίνει η ύφανση.
Το τυλιγάδιασμα: Μετά το γνέσιμο, το νήμα (γνέμα) τυλίγεται σε μεγάλους «τσιλέδες», πλένεται και ακολουθεί η βαφή του. Μετά το βάψιμο, το στημόνι τυλίγεται σε κουβάρια και το υφάδι σε μασούρια.
Με την ύφανση όλο το υλικό που προέρχεται από το μαλλί των προβάτων γίνεται στον αργαλειό το βιλάρι. Από αυτό γίνονται οι στολές των χωρικών, αλλά και ωραίες υφαντές κουβέρτες που λέγονται μαντανίες και ωραίες φλοκάτες βελέντζες σε διάφορα χρώματα, καθώς και Χεράμια προσκέφαλα.
Εκτός από το μαλλί των προβάτων υπάρχει και σπάνια ύφανση με άγριο μαλλί από γίδια. Το ύφασμα από τα γίδια είναι σκληρό και γίνονται οι κάπες, τα κοντοκάπια και τα ταλαγάνια για τους βοσκούς. Και για το σπίτι παράγονται από αυτό σκληρά στρωσίδια και τέντες.
Εκτός από το μαλλί των προβάτων υπάρχει και σπάνια ύφανση με άγριο μαλλί από γίδια. Το ύφασμα από τα γίδια είναι σκληρό και γίνονται οι κάπες, τα κοντοκάπια και τα ταλαγάνια για τους βοσκούς. Και για το σπίτι παράγονται από αυτό σκληρά στρωσίδια και τέντες.
Ο Αργαλειός
Ο Αργαλειός
Ο αργαλειός ήταν το οικιακό υφαντικό εργαλείο που βρίσκονταν, σχεδόν, στα περισσότερα σπίτια του χωριού και κυρίως σ’αυτά που είχαν κοπέλες για παντρειά. Το σπίτι που είχε αργαλειό θεωρούνταν προκομμένο.
Ο αργαλειός έχει τα εξής εξαρτήματα:
Το αντί: είναι τ'αργαλειού κυλινδρικό ξύλο. Υπάρχει στον αργαλειό το πισινό αντί και το μπροστινό. Στο πισινό αντί τυλίγεται το στημόνι και στο μπροστινό το ύφασμα που έχει υφανθεί.
Το μιτάρι: είναι εξάρτημα του αργαλειού που φέρει χοντρά νήματα, τα οποία στηρίζονται σε δυο βέργες πάνω και κάτω.
Το ξυλόχτενο: είναι το χτένι που βρίσκεται ανάμεσα σε δυο ειδικά κατασκευασμένα ξύλα και το οποίο κρέμεται από τα δοκάρια του αργαλειού.
Τα καρούλια: είναι ξύλινες τροχαλίες, απ’ τις οποίες κρέμονται τα μιτάρια.
Οι πατήτρες (πατούρες): είναι δυο σανίδια στη βάση του αργαλειού, που ενεργούν ως πηδάλια και είναι κι αυτές συνδεδεμένες με τα μιτάρια.
Η σαΐτα: είναι μικρή ξύλινη μακρόστενη βαθουλωτή υποδοχή μέσα στην οποία μπαίνει το μασούρι
Ο αργαλειός έχει τα εξής εξαρτήματα:
Το αντί: είναι τ'αργαλειού κυλινδρικό ξύλο. Υπάρχει στον αργαλειό το πισινό αντί και το μπροστινό. Στο πισινό αντί τυλίγεται το στημόνι και στο μπροστινό το ύφασμα που έχει υφανθεί.
Το μιτάρι: είναι εξάρτημα του αργαλειού που φέρει χοντρά νήματα, τα οποία στηρίζονται σε δυο βέργες πάνω και κάτω.
Το ξυλόχτενο: είναι το χτένι που βρίσκεται ανάμεσα σε δυο ειδικά κατασκευασμένα ξύλα και το οποίο κρέμεται από τα δοκάρια του αργαλειού.
Τα καρούλια: είναι ξύλινες τροχαλίες, απ’ τις οποίες κρέμονται τα μιτάρια.
Οι πατήτρες (πατούρες): είναι δυο σανίδια στη βάση του αργαλειού, που ενεργούν ως πηδάλια και είναι κι αυτές συνδεδεμένες με τα μιτάρια.
Η σαΐτα: είναι μικρή ξύλινη μακρόστενη βαθουλωτή υποδοχή μέσα στην οποία μπαίνει το μασούρι
Για να καθήσει όμως η υφάντρα στον αργαλειό να υφάνει, πρέπει να γίνουν και οι εξής δύο εργασίες:
Το διάσιμο (ίδιασμα): Η εργασία αυτή γίνεται, συνήθως, σε ανοιχτό μέρος, έξω από το σπίτι. Τοποθετούνται τα κουβάρια ανά ένα σε διάφορα δοχεία. Μια πεπειραμένη γυναίκα, που ξέρει από αργαλειό, τραβάει ταυτόχρονα τα νήματα (στημόνια) από κάθε κουβάρι το οποίο ξετυλίγεται. Σ’αυτό το στάδιο καθορίζεται το μήκος του υφάσματος. Το στημόνι (διασίδι) τυλίγεται στο αντί που μπαίνει στο πίσω μέρος του αργαλειού και ακολουθεί η σταύρωση των νημάτων στον αργαλειό και στη συνέχεια γίνεται το μιτάρισμα.
Το μιτάρισμα: είναι η τελευταία εργασία πριν από την ύφανση. Ανάμεσα από τα μιτάρια περνάνε τα νήματα του στημονιού και στη συνέχεια περνάνε κι απ’τα δόντια του χτενιού και καταλήγουν στο μπροστινό αντί.
Η ύφανση: Για να γίνει η ύφανση, η σαΐτα, που έχει το μασούρι με το υφάδι, διασταυρώνεται με τις κλωστές του στημονιού. Για να εκτοξεύεται η σαΐτα ανάμεσα στις κλωστές του στημονιού, πρέπει αυτές να σχηματίζουν ένα διάκενο. Και το διάκενο σχηματίζεται κάθε φορά που η υφάντρα πατάει τις πατούρες και ανεβοκατεβάζει τις κλωστές του στημονιού. Μετά το υφάδι, χτυπιέται με το χτένι, για να ενσωματωθεί στο ύφασμα.
Το διάσιμο (ίδιασμα): Η εργασία αυτή γίνεται, συνήθως, σε ανοιχτό μέρος, έξω από το σπίτι. Τοποθετούνται τα κουβάρια ανά ένα σε διάφορα δοχεία. Μια πεπειραμένη γυναίκα, που ξέρει από αργαλειό, τραβάει ταυτόχρονα τα νήματα (στημόνια) από κάθε κουβάρι το οποίο ξετυλίγεται. Σ’αυτό το στάδιο καθορίζεται το μήκος του υφάσματος. Το στημόνι (διασίδι) τυλίγεται στο αντί που μπαίνει στο πίσω μέρος του αργαλειού και ακολουθεί η σταύρωση των νημάτων στον αργαλειό και στη συνέχεια γίνεται το μιτάρισμα.
Το μιτάρισμα: είναι η τελευταία εργασία πριν από την ύφανση. Ανάμεσα από τα μιτάρια περνάνε τα νήματα του στημονιού και στη συνέχεια περνάνε κι απ’τα δόντια του χτενιού και καταλήγουν στο μπροστινό αντί.
Η ύφανση: Για να γίνει η ύφανση, η σαΐτα, που έχει το μασούρι με το υφάδι, διασταυρώνεται με τις κλωστές του στημονιού. Για να εκτοξεύεται η σαΐτα ανάμεσα στις κλωστές του στημονιού, πρέπει αυτές να σχηματίζουν ένα διάκενο. Και το διάκενο σχηματίζεται κάθε φορά που η υφάντρα πατάει τις πατούρες και ανεβοκατεβάζει τις κλωστές του στημονιού. Μετά το υφάδι, χτυπιέται με το χτένι, για να ενσωματωθεί στο ύφασμα.
Στα εξαρτήματα του αργαλειού αναφέρεται και το παρακάτω δημοτικό τραγούδι30:
«Μια κόρη μια Γιαννιώτισσα και μια Γιαννιωτοϖούλα,
πώ’χει ασημένιον αργαλειό και φιλντισένιο χτένι.
Πώ’χει σαΐτα μάλαμα, πατούρες πυξαρένιες.
Σιγοπατάει τον αργαλειό και τρίζουν τα καρούλια».
Για να γίνει όμως η όλη διαδικασία, χρειάζονταν να καθήσει η υφάντρα ώρες πολλές στον αργαλειό με αρκετή υπομονή. Και όπως λέει ο λαός:
«Το κέντισμα είναι γλέντισμα κι η ρόκα είναι σεργιάνι, κι ο έρημος ο αργαλειός είναι σκλαβιά μεγάλη».
Όμως παρά την κούραση, στο τέλος ένιωθε μεγάλη ικανοποίηση, βλέποντας να ετοιμάζεται όμορφη η προίκα της. Εκεί στον αργαλειό η κόρη μαζί με τα υφαντά ύφαινε και τα δικά της όνειρα. Περίμενε τον ξενιτεμένο, τον αγαπημένο της, που θα γυρνούσε πετυχημένος από την ξενιτειά, για να γίνει ο γάμος τους.
Πολύ χαρακτηριστικό της γλυκειάς προσμονής είναι το παρακάτω τραγούδι:
«Πέτα, σαΐτα μου γοργή με το ψιλό μετάξι Να ’ρθ’ ο καλός μου τη Λαμπρή νά ΄βρει χρυσά ν’ αλλάξει. Τάκου, τάκου ο αργαλειός μου, τάκου κι έρχεται ο καλός μου.Μαντήλι αϖό το δάκρυσμα δεν του’μεινε στα ξένα. Αρχοντοπούλες τον ζητούν κι αυτός πονεί για μένα Τάκου, τάκου στην αυλή μου, ώσπου να’ρθει το πουλί μου.
Εγώ το υφάδι θα γινώ κι εκείνος το στημόνι, ϖου να μπλεχτεί με το πανί και πια να μη γλυτώνει.
Τάκου, τάκου και σε λίγο φτάνει για φιλί και για στεφάνι.
Πέτα, σαΐτα μου γοργή, χτύϖα, χρυσό μου χτένι κι ατέλειωτη Σαρακοστή μερόνυχτο να γένει. Τάκου, τάκου ο αργαλειός μου, τάκου κι έρχεται ο καλός μου»
«Μια κόρη μια Γιαννιώτισσα και μια Γιαννιωτοϖούλα,
πώ’χει ασημένιον αργαλειό και φιλντισένιο χτένι.
Πώ’χει σαΐτα μάλαμα, πατούρες πυξαρένιες.
Σιγοπατάει τον αργαλειό και τρίζουν τα καρούλια».
Για να γίνει όμως η όλη διαδικασία, χρειάζονταν να καθήσει η υφάντρα ώρες πολλές στον αργαλειό με αρκετή υπομονή. Και όπως λέει ο λαός:
«Το κέντισμα είναι γλέντισμα κι η ρόκα είναι σεργιάνι, κι ο έρημος ο αργαλειός είναι σκλαβιά μεγάλη».
Όμως παρά την κούραση, στο τέλος ένιωθε μεγάλη ικανοποίηση, βλέποντας να ετοιμάζεται όμορφη η προίκα της. Εκεί στον αργαλειό η κόρη μαζί με τα υφαντά ύφαινε και τα δικά της όνειρα. Περίμενε τον ξενιτεμένο, τον αγαπημένο της, που θα γυρνούσε πετυχημένος από την ξενιτειά, για να γίνει ο γάμος τους.
Πολύ χαρακτηριστικό της γλυκειάς προσμονής είναι το παρακάτω τραγούδι:
«Πέτα, σαΐτα μου γοργή με το ψιλό μετάξι Να ’ρθ’ ο καλός μου τη Λαμπρή νά ΄βρει χρυσά ν’ αλλάξει. Τάκου, τάκου ο αργαλειός μου, τάκου κι έρχεται ο καλός μου.Μαντήλι αϖό το δάκρυσμα δεν του’μεινε στα ξένα. Αρχοντοπούλες τον ζητούν κι αυτός πονεί για μένα Τάκου, τάκου στην αυλή μου, ώσπου να’ρθει το πουλί μου.
Εγώ το υφάδι θα γινώ κι εκείνος το στημόνι, ϖου να μπλεχτεί με το πανί και πια να μη γλυτώνει.
Τάκου, τάκου και σε λίγο φτάνει για φιλί και για στεφάνι.
Πέτα, σαΐτα μου γοργή, χτύϖα, χρυσό μου χτένι κι ατέλειωτη Σαρακοστή μερόνυχτο να γένει. Τάκου, τάκου ο αργαλειός μου, τάκου κι έρχεται ο καλός μου»
Υφαντό ξομπλιαστό προσκέφαλο από την προίκα της Ελευθερίας συζύγου Μιχαήλ Μπέλλου, μητέρας του Κωνσταντίνου Μπέλλου
ΦΟΡΕΣΙΕΣ
Η αντρική φορεσιά
Στον παλιότερο καιρό η παραδοσιακή κλειστή κοινωνία, στο ζήτημα της φορεσιάς είχε τους δικούς της κώδικες και κανόνες. Δεν μπορούσε ο καθένας να φοράει ό,τι θέλει και όπως θέλει. Η ομοιόμορφη με τα ίδια τμήματα παραδοσιακή φορεσιά ήταν τόσο για τους άντρες, όσο και για τις γυναίκες υποχρεωτική.
Πριν από το 1900, και μέχρι το 1930 με μικρές παραλλαγές, οι άντρες του χωριού φορούσαν άσπρη φουστανέλα με πολλές δίπλες (λαγγιόλια) και άσπρο πουκάμισο με φαρδιά μανίκια. Πάνω απ’το πουκάμισο φορούσαν το γιλέκο (κοντόσι) και πάνω απ’το γιλέκο ένα είδος πανωφοριού που το έλεγαν ντουμάνα. Τους χειμερινούς μήνες, ειδικά οι τσομπάνηδες, φορούσαν την κάπα, το κοντοκάπι ή το ταλαγάνι.
Στη μέση φορούσαν το σελάχι, που ήταν δερμάτινη ζώνη με πολλές θήκες. Συνήθως έβαζαν σ’αυτές την καπνοσακκούλα, τον πριόβολο, την ίσκα και τα τσιγαρόχαρτα. Στο σελάχι μερικοί έβαζαν μαχαί- ρια και πιστόλια.
Στα πόδια φορούσαν μεχρι πάνω στους μηρούς, όπως οι τσολιάδες, άσπρες χοντρές κάλτσες και κόκκινα τσαρού- χια με φούντες μαύρες, ενισχυμένα με πρόκες. Άλλοι φορούσαν τσα- ρούχια χωρίς φούντες. Ήταν τα τσαρούχια με μύτες, τα οποία στη θέση της φούντας είχαν μια μύτη γυριστή προς τα επάνω. Και ήταν γυριστή η μύτη, για να μην τους εμποδίζει στο περπάτημα στους δύσκολους δρόμους του χωριού. Και οι πιο φτωχοί, που δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα ν’ αγοράσουν από τα Γιάννενα τσαρούχια, φορούσαν γουρουνοτσάρουχα, που τα έφτιαχναν μόνοι τους. Έπαιρναν ακατέργαστο δέρμα γουρουνιού κι έφτιαχναν πρόχειρα τσαρούχια, κομμένα και ραμμένα με σπάγγο, για να είναι εφαρμοστά στα ποδάρια τους.
Στο κεφάλι οι πιο γέροι φορούσαν το καλπάκι, ένα είδος στρογγυλού σκούφου από ύφασμα και μερικοί φορούσαν σκούφο πλεχτό. Οι νέοι φορούσαν κόκκινο φέσι με μαύρη φούντα από μεταξωτό μαύρο νήμα. Το φέσι επί Τουρκοκρατίας ήταν υποχρεωτικό. «Μετά το 1930 τη θέση της φουστανέλας την πήρε η σαλβάρα, μάλλινη, βαμμένη μαύρη, ϖου άρχιζε αϖό τη μέση κι έφτανε μέχρι κάτω από τα γόνατα, φαρδιά στους μηρούς αλλά στενή στα γόνατα. Οι πιο νέοι αντί για τη σαλβάρα φορούσαν τη μϖουραζάνα, που δε σταματούσε στα γόνατα, αλλά έφτανε μέχρι τους αστρα- γάλους, και ήταν συνήθως άσϖρη».
Το πουκάμισο δεν έχει φαρδιά μανίκια και κουμπώνει με κουμπιά στα χέρια. Δεν έχει γιακά και στο λαιμό κουμπώνει με κουμπιά. Διατηρήθηκε το γιλέκο αλλά χωρίς μανίκια και καταργήθηκε το τουρκικό φέσι. Καταργήθηκε και το σελάχι κι αντικαταστάθηκε από το ζωνάρι με κρόσια στις δυο άκρες, πλεχτό ή υφαντό.
Στον παλιότερο καιρό η παραδοσιακή κλειστή κοινωνία, στο ζήτημα της φορεσιάς είχε τους δικούς της κώδικες και κανόνες. Δεν μπορούσε ο καθένας να φοράει ό,τι θέλει και όπως θέλει. Η ομοιόμορφη με τα ίδια τμήματα παραδοσιακή φορεσιά ήταν τόσο για τους άντρες, όσο και για τις γυναίκες υποχρεωτική.
Πριν από το 1900, και μέχρι το 1930 με μικρές παραλλαγές, οι άντρες του χωριού φορούσαν άσπρη φουστανέλα με πολλές δίπλες (λαγγιόλια) και άσπρο πουκάμισο με φαρδιά μανίκια. Πάνω απ’το πουκάμισο φορούσαν το γιλέκο (κοντόσι) και πάνω απ’το γιλέκο ένα είδος πανωφοριού που το έλεγαν ντουμάνα. Τους χειμερινούς μήνες, ειδικά οι τσομπάνηδες, φορούσαν την κάπα, το κοντοκάπι ή το ταλαγάνι.
Στη μέση φορούσαν το σελάχι, που ήταν δερμάτινη ζώνη με πολλές θήκες. Συνήθως έβαζαν σ’αυτές την καπνοσακκούλα, τον πριόβολο, την ίσκα και τα τσιγαρόχαρτα. Στο σελάχι μερικοί έβαζαν μαχαί- ρια και πιστόλια.
Στα πόδια φορούσαν μεχρι πάνω στους μηρούς, όπως οι τσολιάδες, άσπρες χοντρές κάλτσες και κόκκινα τσαρού- χια με φούντες μαύρες, ενισχυμένα με πρόκες. Άλλοι φορούσαν τσα- ρούχια χωρίς φούντες. Ήταν τα τσαρούχια με μύτες, τα οποία στη θέση της φούντας είχαν μια μύτη γυριστή προς τα επάνω. Και ήταν γυριστή η μύτη, για να μην τους εμποδίζει στο περπάτημα στους δύσκολους δρόμους του χωριού. Και οι πιο φτωχοί, που δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα ν’ αγοράσουν από τα Γιάννενα τσαρούχια, φορούσαν γουρουνοτσάρουχα, που τα έφτιαχναν μόνοι τους. Έπαιρναν ακατέργαστο δέρμα γουρουνιού κι έφτιαχναν πρόχειρα τσαρούχια, κομμένα και ραμμένα με σπάγγο, για να είναι εφαρμοστά στα ποδάρια τους.
Στο κεφάλι οι πιο γέροι φορούσαν το καλπάκι, ένα είδος στρογγυλού σκούφου από ύφασμα και μερικοί φορούσαν σκούφο πλεχτό. Οι νέοι φορούσαν κόκκινο φέσι με μαύρη φούντα από μεταξωτό μαύρο νήμα. Το φέσι επί Τουρκοκρατίας ήταν υποχρεωτικό. «Μετά το 1930 τη θέση της φουστανέλας την πήρε η σαλβάρα, μάλλινη, βαμμένη μαύρη, ϖου άρχιζε αϖό τη μέση κι έφτανε μέχρι κάτω από τα γόνατα, φαρδιά στους μηρούς αλλά στενή στα γόνατα. Οι πιο νέοι αντί για τη σαλβάρα φορούσαν τη μϖουραζάνα, που δε σταματούσε στα γόνατα, αλλά έφτανε μέχρι τους αστρα- γάλους, και ήταν συνήθως άσϖρη».
Το πουκάμισο δεν έχει φαρδιά μανίκια και κουμπώνει με κουμπιά στα χέρια. Δεν έχει γιακά και στο λαιμό κουμπώνει με κουμπιά. Διατηρήθηκε το γιλέκο αλλά χωρίς μανίκια και καταργήθηκε το τουρκικό φέσι. Καταργήθηκε και το σελάχι κι αντικαταστάθηκε από το ζωνάρι με κρόσια στις δυο άκρες, πλεχτό ή υφαντό.
Η γυναικεία φορεσιά
Οι γυναίκες εσωτερικά, όπως και οι άντρες, φορού- σαν κατάσαρκα μάλλινη στο χέρι πλεχτή φανέλα. Πάνω απ’τη φανέλα φορούσαν το πουκάμισο (ουρτί), που ήταν βαμβακερό, πλατύ και με μανίκια κι έφτανε μέχρι τη μέση της γάμπας.
Το φουστάνι ήταν μάλλινο υφαντό με μανίκια ή και χωρίς μανίκια. Στις πλάτες και στη μέση ήταν εφαρμοστό κι απ’τη μέση και κάτω μέχρι λίγο πάνω απ’τον αστράγαλο ήταν πλατύ με σούρες (δίπλες). Ο ποδόγυρος, συνήθως, είχε για στόλισμα δυο σειρές από βελουδένιο ύφασμα (κατιφέ). Στο μπροστινό μέρος μέχρι τη μέση ήταν ανοιχτό, για να φαίνεται η κεντημένη λαιμαριά. Το μάλλινο σεγγούνι (σιγγούνι) ήταν εφαρμοστό στο σώμα, χωρίς μανίκια και συνήθως ήταν μαύρου χρώματος και κεντημένο με σειρήτια. Το φορούσαν πάνω απ’το φουστάνι και ήταν λίγο πιο κοντό απ’αυτό.
Οι γυναίκες εσωτερικά, όπως και οι άντρες, φορού- σαν κατάσαρκα μάλλινη στο χέρι πλεχτή φανέλα. Πάνω απ’τη φανέλα φορούσαν το πουκάμισο (ουρτί), που ήταν βαμβακερό, πλατύ και με μανίκια κι έφτανε μέχρι τη μέση της γάμπας.
Το φουστάνι ήταν μάλλινο υφαντό με μανίκια ή και χωρίς μανίκια. Στις πλάτες και στη μέση ήταν εφαρμοστό κι απ’τη μέση και κάτω μέχρι λίγο πάνω απ’τον αστράγαλο ήταν πλατύ με σούρες (δίπλες). Ο ποδόγυρος, συνήθως, είχε για στόλισμα δυο σειρές από βελουδένιο ύφασμα (κατιφέ). Στο μπροστινό μέρος μέχρι τη μέση ήταν ανοιχτό, για να φαίνεται η κεντημένη λαιμαριά. Το μάλλινο σεγγούνι (σιγγούνι) ήταν εφαρμοστό στο σώμα, χωρίς μανίκια και συνήθως ήταν μαύρου χρώματος και κεντημένο με σειρήτια. Το φορούσαν πάνω απ’το φουστάνι και ήταν λίγο πιο κοντό απ’αυτό.
Πολύ αργότερα το φαρδύ πουκάμισο και το σεγγούνι έπαυσαν να φοριούνται. Στη θέση του σιγγουνιού φορούσαν την καμντζέλα, που ήταν ένα είδος γιλέκου με μανίκια. Φορούσαν και ποδιές που ήταν με ύφασμα αγοραστό. Τα νέα κορίτσια φορούσαν ποδιές χρωματιστές.
Στα πόδια φορούσαν τα τσουράπια (τσουρέπια), που έφταναν μέχρι κάτω απ’το γόνατο και δένονταν εκεί με το τσιρεπόσκοινο. Για το πλέξιμό τους χρησιμοποιούσαν γνέμα (νήμα) λεπτό και στριφτό και ειδικές βελόνες πλεξίματος (κονταρίτσες)36. Για παπούτσια φορούσαν τσαρούχια κόκκινα με μαύρες φούντες οι νέες γυναίκες, με μύτες και χωρίς φούντες οι ηλικιωμένες.
Το μαντήλι του κεφαλιού το δίπλωναν τριγωνικά στα δύο με τη μία άκρη από μέσα και την άλλη να κρέμεται στην πλάτη. Οι βάβες και οι μεσόκαιρες φορούσαν ολόμαυρο μαντήλι, οι τσιούπρες και οι νιες μαύρο με πολύχρωμα κλαράκια και λουλούδια. Μερικές νέες (ρούσες) φόρεσαν αργότερα και άσπρο μαντήλι, το φακιόλι. Οι νέες έδεναν το μαντήλι «πλόσκα», για να φαίνεται όλο το πρόσωπο, τα σκουλαρίκια κι ο λαιμός. Οι ηλικιωμένες φορούσαν το μαντήλι, έτσι ώστε να σκεπάζεται καλά το κεφάλι, το περνούσαν κάτω απ’το πηγούνι και το δένανε πίσω στο λαιμό και φαινότανε μόνο το πρόσωπο.
Η νυφική φορεσιά
Η νυφική φορεσιά δεν έχει καμιά σχέση με τα ολόλευκα νυφικά της σημερινής εποχής. Είναι η παραδοσιακή γυναικεία φορεσιά, μόνο που τα υλικά, ο χρωματισμός, τα κεντήματα και τα κοσμήματα ήταν πολύ διαφορετικά από τις φορεσιές που χρησιμοποιούνταν στις εργάσιμες μέρες.
Στα πόδια φορούσαν τα τσουράπια (τσουρέπια), που έφταναν μέχρι κάτω απ’το γόνατο και δένονταν εκεί με το τσιρεπόσκοινο. Για το πλέξιμό τους χρησιμοποιούσαν γνέμα (νήμα) λεπτό και στριφτό και ειδικές βελόνες πλεξίματος (κονταρίτσες)36. Για παπούτσια φορούσαν τσαρούχια κόκκινα με μαύρες φούντες οι νέες γυναίκες, με μύτες και χωρίς φούντες οι ηλικιωμένες.
Το μαντήλι του κεφαλιού το δίπλωναν τριγωνικά στα δύο με τη μία άκρη από μέσα και την άλλη να κρέμεται στην πλάτη. Οι βάβες και οι μεσόκαιρες φορούσαν ολόμαυρο μαντήλι, οι τσιούπρες και οι νιες μαύρο με πολύχρωμα κλαράκια και λουλούδια. Μερικές νέες (ρούσες) φόρεσαν αργότερα και άσπρο μαντήλι, το φακιόλι. Οι νέες έδεναν το μαντήλι «πλόσκα», για να φαίνεται όλο το πρόσωπο, τα σκουλαρίκια κι ο λαιμός. Οι ηλικιωμένες φορούσαν το μαντήλι, έτσι ώστε να σκεπάζεται καλά το κεφάλι, το περνούσαν κάτω απ’το πηγούνι και το δένανε πίσω στο λαιμό και φαινότανε μόνο το πρόσωπο.
Η νυφική φορεσιά
Η νυφική φορεσιά δεν έχει καμιά σχέση με τα ολόλευκα νυφικά της σημερινής εποχής. Είναι η παραδοσιακή γυναικεία φορεσιά, μόνο που τα υλικά, ο χρωματισμός, τα κεντήματα και τα κοσμήματα ήταν πολύ διαφορετικά από τις φορεσιές που χρησιμοποιούνταν στις εργάσιμες μέρες.
Οι παλιές τοπικές παραδοσιακές γυναικείες ενδυμασίες υπάρχουν πλέον μόνο σε πολιτιστικούς συλλόγους για τα χορευτικά συγκροτήματα.
Η Νίτσα, δασκάλα, σύζυγος του Κωνσταντίνου Μπέλλου άνοιξε την κασέλα της γιαγιάς και βρήκε ό,τι παλιά ενδυμασία υπήρχε και φόρεσε σεγκούνι, ζακέτα, φουστάνι, ποδιά και πλεκτές ξομπλιαστές άσπρες κάλτσες, όπως φαίνεται στην παρακάτω φωτογραφία.
Η Νίτσα, δασκάλα, σύζυγος του Κωνσταντίνου Μπέλλου άνοιξε την κασέλα της γιαγιάς και βρήκε ό,τι παλιά ενδυμασία υπήρχε και φόρεσε σεγκούνι, ζακέτα, φουστάνι, ποδιά και πλεκτές ξομπλιαστές άσπρες κάλτσες, όπως φαίνεται στην παρακάτω φωτογραφία.
Δραμεσίτικη Κουζίνα
Παραδοσιακά φαγητά:
Τα συνηθέστερα παραδοσιακά φαγητά ήταν:
Το μπατσάρι (μπατσαριά): Είναι ένα είδος χορτόπιτας, χωρίς να είναι πίτα, γιατί δεν έχει τα φύλλα (πέτουρα – πέτρα) που έχουν οι πίτες. Γίνεται με λάχανα του κήπου, κυρίως λάπατα και βλήτα. Προσθέτουν και μυρωδικά χόρτα (μακεδονίσι, άνηθο, δυόσμο, μελισσόχορτο). Όλα αυτά στρώνονται, αφού πρώτα ζεματιστούν, στο ταψί, πάνω από μια στρώση λεπτού χυλού (κουρκούτι) από καλαμποκίσιο ή σταρένιο αλεύρι. Ρίχνουν μέσα και ψιλοκομμένο τυρί. Αφού τα ανακατέψουν και τ' απλώσουν καλά στη βάση του ταψιού, ξαναρίχνουν τώρα πάνω από τα λάχανα πάλι λεπτό στρώμα απ’ το αραιό κουρκούτι κι ύστερα σ’ όλη την επάνω επιφάνεια ρίχνουν αγνό λυωμένο βούτυρο ή και λάδι. Ψήνεται μετά στη γάστρα και γίνεται το νοστιμότατο μπατσάρι.
Το ζυμάρι: Είναι μια ζυμαρόπιτα χωρίς λάχανα και φύλλα πίτας (πέτρα). Ο χυλός (κουρκούτι), όχι πολύ αραιός, γίνονταν κυρίως από σταρένιο αλεύρι. Στο κουρκούτι μπορεί να μπει και τριμμένο τυρί. Στο λυωμένο βούτυρο καβούρντιζαν ελαφρώς και ψιλοκομμένο κρεμμύδι. Ο χυλός δεν πρέπει να έχει στο ταψί πάχος πάνω από 2–3 εκ. Και όταν το έβγαζαν απ’ τη γάστρα το ζ’μάρι, όσο ήταν ζεστό, ήταν πολύ νόστιμο.
Κρεασόπιτα (κριασόπιτα): Η ονομασία αυτή σ’ άλλα μέρη της Ελλάδας παραπέμπει στην πίτα με κιμά, όμως η πίτα αυτή με τον τρόπο που παρασκευάζεται είναι καθαρά Ηπειρώτικη πίτα. Από έμπειρες νοικοκυρές ανοίγονται, από ειδικό σταρένιο αλεύρι, τα φύλλα. Στην κατσαρόλα βράζουν καλά το κρέας, το οποίο πρέπει να είναι από πρόβατο. Στρώνονται τα ανοιγμένα φύλλα στο ταψί και η κάθε στρώση αλείφεται με λυωμένο βούτυρο. Τα φύλλα καλύπτουν όλη τη βάση του ταψιού και φροντίζουν να εξέχουν περιμετρικά κι έξω απ’ αυτό. Στη βάση του ταψιού πάνω από τα φύλλα απλώνεται το ρύζι και πάνω σ’ αυτό αδειάζουν απ’ την κατσαρόλα το ζουμί με το βρασμένο κρέας. Τα κομμάτια του κρέατος τα ξεχωρίζουν και τα βάζουν περιμετρικά στο ταψί και διπλώνουν πάνω σ’ αυτά τα εξέχοντα φύλλα και αφήνουν ακάλυπτο στο κέντρο το ρύζι. Με τα διπλωμένα φύλλα πάνω από το κρέας δημιουργείται έτσι κυκλικά στο ταψί ένας κόθρος. Στη γάστρα το ρύζι βράζει με το ζουμί του κρέατος και ροδοκοκκινίζει στις άκρες η πίτα. Για να μην ξεροψηθούν και καούν οι κόθροι, γι’ αυτό φρόντιζαν να τους καλύπτουν. Στην Αποκριά του Ταξιάρχη (14 Νοέμβρη) μας έστελναν, μικρά τότε παιδιά, να μαζέψουμε πεσμένα καστανόφυλλα. Αφού τα έπλεναν καλά, κάλυπταν μ’ αυτά τα «κόθρια» της πίτας. Έτσι ψήνονταν χωρίς να καεί η «κριασόπιτα», που είναι πολύ νόστιμη.
Μπαζίνα: Τα βράδυα, στα χρόνια της Κατοχής, άλλοτε τρώγαμε κουρκούτι και άλλοτε μπαζίνα. Για να γίνει η μπαζίνα, στο νερό που χόχλαζε, ανάλογα με τα άτομα που θα έτρωγαν, έριχναν 2–3 χούφτες αραποσίτικο αλεύρι. Αφού έβραζε αρκετή ώρα με φουσκάλες, ανακάτευαν καλά το περιεχόμενο με μια ξύλινη κουτάλα (χ’λιάρα). Τη μάζα αυτή την περιέχυναν σ’ ένα μικρό ταψί κι έριχναν από πάνω καμένο βούτυρο ή λάδι. Άλλες φορές πρόσθεταν και κόκκινο πιπέρι. Καθισμένη η οικογένεια γύρω απ’ την αγωνίστρα,
Τα συνηθέστερα παραδοσιακά φαγητά ήταν:
Το μπατσάρι (μπατσαριά): Είναι ένα είδος χορτόπιτας, χωρίς να είναι πίτα, γιατί δεν έχει τα φύλλα (πέτουρα – πέτρα) που έχουν οι πίτες. Γίνεται με λάχανα του κήπου, κυρίως λάπατα και βλήτα. Προσθέτουν και μυρωδικά χόρτα (μακεδονίσι, άνηθο, δυόσμο, μελισσόχορτο). Όλα αυτά στρώνονται, αφού πρώτα ζεματιστούν, στο ταψί, πάνω από μια στρώση λεπτού χυλού (κουρκούτι) από καλαμποκίσιο ή σταρένιο αλεύρι. Ρίχνουν μέσα και ψιλοκομμένο τυρί. Αφού τα ανακατέψουν και τ' απλώσουν καλά στη βάση του ταψιού, ξαναρίχνουν τώρα πάνω από τα λάχανα πάλι λεπτό στρώμα απ’ το αραιό κουρκούτι κι ύστερα σ’ όλη την επάνω επιφάνεια ρίχνουν αγνό λυωμένο βούτυρο ή και λάδι. Ψήνεται μετά στη γάστρα και γίνεται το νοστιμότατο μπατσάρι.
Το ζυμάρι: Είναι μια ζυμαρόπιτα χωρίς λάχανα και φύλλα πίτας (πέτρα). Ο χυλός (κουρκούτι), όχι πολύ αραιός, γίνονταν κυρίως από σταρένιο αλεύρι. Στο κουρκούτι μπορεί να μπει και τριμμένο τυρί. Στο λυωμένο βούτυρο καβούρντιζαν ελαφρώς και ψιλοκομμένο κρεμμύδι. Ο χυλός δεν πρέπει να έχει στο ταψί πάχος πάνω από 2–3 εκ. Και όταν το έβγαζαν απ’ τη γάστρα το ζ’μάρι, όσο ήταν ζεστό, ήταν πολύ νόστιμο.
Κρεασόπιτα (κριασόπιτα): Η ονομασία αυτή σ’ άλλα μέρη της Ελλάδας παραπέμπει στην πίτα με κιμά, όμως η πίτα αυτή με τον τρόπο που παρασκευάζεται είναι καθαρά Ηπειρώτικη πίτα. Από έμπειρες νοικοκυρές ανοίγονται, από ειδικό σταρένιο αλεύρι, τα φύλλα. Στην κατσαρόλα βράζουν καλά το κρέας, το οποίο πρέπει να είναι από πρόβατο. Στρώνονται τα ανοιγμένα φύλλα στο ταψί και η κάθε στρώση αλείφεται με λυωμένο βούτυρο. Τα φύλλα καλύπτουν όλη τη βάση του ταψιού και φροντίζουν να εξέχουν περιμετρικά κι έξω απ’ αυτό. Στη βάση του ταψιού πάνω από τα φύλλα απλώνεται το ρύζι και πάνω σ’ αυτό αδειάζουν απ’ την κατσαρόλα το ζουμί με το βρασμένο κρέας. Τα κομμάτια του κρέατος τα ξεχωρίζουν και τα βάζουν περιμετρικά στο ταψί και διπλώνουν πάνω σ’ αυτά τα εξέχοντα φύλλα και αφήνουν ακάλυπτο στο κέντρο το ρύζι. Με τα διπλωμένα φύλλα πάνω από το κρέας δημιουργείται έτσι κυκλικά στο ταψί ένας κόθρος. Στη γάστρα το ρύζι βράζει με το ζουμί του κρέατος και ροδοκοκκινίζει στις άκρες η πίτα. Για να μην ξεροψηθούν και καούν οι κόθροι, γι’ αυτό φρόντιζαν να τους καλύπτουν. Στην Αποκριά του Ταξιάρχη (14 Νοέμβρη) μας έστελναν, μικρά τότε παιδιά, να μαζέψουμε πεσμένα καστανόφυλλα. Αφού τα έπλεναν καλά, κάλυπταν μ’ αυτά τα «κόθρια» της πίτας. Έτσι ψήνονταν χωρίς να καεί η «κριασόπιτα», που είναι πολύ νόστιμη.
Μπαζίνα: Τα βράδυα, στα χρόνια της Κατοχής, άλλοτε τρώγαμε κουρκούτι και άλλοτε μπαζίνα. Για να γίνει η μπαζίνα, στο νερό που χόχλαζε, ανάλογα με τα άτομα που θα έτρωγαν, έριχναν 2–3 χούφτες αραποσίτικο αλεύρι. Αφού έβραζε αρκετή ώρα με φουσκάλες, ανακάτευαν καλά το περιεχόμενο με μια ξύλινη κουτάλα (χ’λιάρα). Τη μάζα αυτή την περιέχυναν σ’ ένα μικρό ταψί κι έριχναν από πάνω καμένο βούτυρο ή λάδι. Άλλες φορές πρόσθεταν και κόκκινο πιπέρι. Καθισμένη η οικογένεια γύρω απ’ την αγωνίστρα,
ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ
Γέννηση Παιδιού
Η γέννηση ενός παιδιού έφερνε μεγάλη χαρά στην οικογένεια. Η αγρότισσα έγκυος γυναίκα του χωριού δούλευε τόσο στις δουλειές του σπιτιού όσο και στις αγροτικές μέχρι και την τελευταία ημέρα της εγκυμοσύνης χωρίς μαιευτήρα γιατρό και χωρίς μαιευτική κλινική.
Όταν έφτανε η ημέρα του τοκετού βρισκόταν για να βοηθήσει η πρακτική μαμή του χωριού. Το φύλο του νεογέννητου γινόταν γνωστό την ώρα του τοκετού. Χαρά μεγάλη όταν ήταν αγόρι αλλά και όταν ήταν κορίτσι, γιατί έλεγαν
«Της καλομάνας το παιδί
Το πρώτο να’ναι κορίτσι»
Γιατί θα βοηθούσε στις δουλειές της μάνς.
Το νέο παιδί το φάσκιωναν στη σερμανίτσα.
Για σαράντα μέρες η λεχώνα μάνα δεν έβγαινε από το σπίτι. Μόλις συμπληρώνονταν οι σαράντα ημέρες πήγαινε στην εκκλησία με το μωρό για να γίνει ο σαραντισμός.
Όταν βράδιαζε και έπεφτε το σκοτάδι, κανένας από τους οικείους δεν επιτρεπόταν να μπει στο σπίτι πριν το σαραντισμό, γιατί πίστευαν ότι θα έμπαιναν στο σπίτι κακά πνεύματα.
Αν υπήρχε ανάγκη να μπει κάποιος τότε έξω από την πόρτα τοποθετούνταν ένα μαγκάλι, ή ένας τενεκές με αναμμένα κάρβουνα που ο έπρεπε ο επισκέπτης να δρασκελίσει.
Η χαρά της μάνας και όλων των συγγενών ήταν πολύ μεγάλη, όταν όλα τελείωναν ευνοϊκά. Και ήταν ακόμη μεγαλύτερη η χαρά, αν το μωρό ήταν αγόρι. Αντίληψη της ανδροκρατούμενης κοινωνίας! Αν και ο λαός λέει: «Της καλομάνας το παιδί το πρώτο νάν’ κορίτσι». Όλοι, μετά τη γέννα, εύχονται στους γονείς να τους ζήσει το παιδί, να είναι γερό και καλότυχο.
Για την τύχη που θα συνοδεύει το παιδί στη ζωή του, οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν, ότι οι Μοίρες (Λάχεση – Κλωθώ – Άτροπος) παρευρίσκονταν στην ώρα του τοκετού κι αυτές προκαθόριζαν τη μετέπειτα ζωή του νεογέννητου. Και κατά τη Νεοελληνική Μυθολογία πιστεύεται ότι οι Μοίρες μπαίνουν τη νύχτα, της τρίτης, της πέμπτης ή της έβδομης μέρας από τη γέννηση, στο δωμάτιο του νεογέννητου και το «μοιραίνουν», για να έχει στη ζωή του καλή μοίρα (τύχη). Αυτές κανονίζουν τη διάρκεια της ζωής (το κουβάρι της ζωής) και το μέλλον του ανθρώπου.
Πάντως η μοίρα για το Ηπειρωτόπουλο της εποχής εκείνης ήταν η ευχή που έδινε αμέσως μετά τη γέννα, μ’ ένα ελαφρό χτύπημα στο πίσω μέρος του κεφαλιού του, η μαμμή: «Και στην Πόλη σιμιτζής (κουλουρτζής)». Ευχή για μεγάλη μελλοντική επαγγελματική επιτυχία!
Πολύ χαρακτηριστικά είναι όσα γράφει για τη σαρμανίτσα, το φάσκιωμα και την ευχή της μαμμής, με την παρακάτω πολύ ωραία περιγραφή του, ο αείμνηστος Ηπειρώτης, αξιόλογος συγγραφέας και γιατρός Κώστας Ντούλας:
«Εσείς οι παλιοί Ηπειρώτες, που γεννηθήκατε σε χωριό, ελάτε να νανουρίσουμε τούτο το μαξούμι που είναι ο ίδιος ο εαυτός μας. Να η σαρμανίτσα. Το τόξο από λεπτή σανίδα στηριγμένη στα πλάγια της σαρμανίτσας. Σ’ αυτό το τόξο απλώνεται ο ουρανός που αντικρύζουν τα παιδιακίσια μάτια. Ένας ουρανός από φτηνή αραιή τσίπα. Πιστάγκωνα δεμένα τα χέρια μέσα με μια αλαφριά τριχιά πλεγμένη στον αργαλειό, μας έκαναν ένα μακρουλό τρυφερό ανθρώπινο δεματάκι. Στα ματάκια, που στριφογύριζαν σα χάντρες, φαινόταν η αγωνία μιας κάποιας προσπάθειας απεγνωσμένης ν’ απαλλαγούν από τα δεσμά.
Έτσι ανάσκελα ξαπλωμένο στο σκληρό του μαξιλαράκι περίμενε με υπομονή την ώρα που θα λευτερωνόταν να τ’αλλάξουν. Και λένε για μας τους Ηπειρώτες πως η μαμμή με την παλάμη της άμα γεννιόμαστε, μας ίσιωνε στην ινιακή χώρα να γίνουμε φουρνάρηδες και κουλουρτζήδες. Αλήθεια, γνώρισμα Ηπειρώτικο…»
Μετά τη διαδικασία της γέννας, η λεχώνα έπρεπε να τρώει καλά, για να φέρει γάλα, για να θηλάσει το μωρό της. Και αν το μωρό είχε την ατυχία να χάσει τη μανούλα του, τότε ήταν πολύ δύσκολη η διατροφή του, γιατί δεν υπήρχαν τα βιομηχανοποιημένα για μωρά γάλατα, που υπάρχουν σήμερα. Το μωρό αναλάμβανε με πληρωμή να το θηλάσει κάποια άλλη γυναίκα, που είχε πρόσφατα γεννήσει. Έλεγαν, μάλιστα, ότι και το γάλα από γαϊδούρα ήταν παραπλήσιο σε θρεπτική αξία με το μητρικό γάλα.
Η γέννηση ενός παιδιού έφερνε μεγάλη χαρά στην οικογένεια. Η αγρότισσα έγκυος γυναίκα του χωριού δούλευε τόσο στις δουλειές του σπιτιού όσο και στις αγροτικές μέχρι και την τελευταία ημέρα της εγκυμοσύνης χωρίς μαιευτήρα γιατρό και χωρίς μαιευτική κλινική.
Όταν έφτανε η ημέρα του τοκετού βρισκόταν για να βοηθήσει η πρακτική μαμή του χωριού. Το φύλο του νεογέννητου γινόταν γνωστό την ώρα του τοκετού. Χαρά μεγάλη όταν ήταν αγόρι αλλά και όταν ήταν κορίτσι, γιατί έλεγαν
«Της καλομάνας το παιδί
Το πρώτο να’ναι κορίτσι»
Γιατί θα βοηθούσε στις δουλειές της μάνς.
Το νέο παιδί το φάσκιωναν στη σερμανίτσα.
Για σαράντα μέρες η λεχώνα μάνα δεν έβγαινε από το σπίτι. Μόλις συμπληρώνονταν οι σαράντα ημέρες πήγαινε στην εκκλησία με το μωρό για να γίνει ο σαραντισμός.
Όταν βράδιαζε και έπεφτε το σκοτάδι, κανένας από τους οικείους δεν επιτρεπόταν να μπει στο σπίτι πριν το σαραντισμό, γιατί πίστευαν ότι θα έμπαιναν στο σπίτι κακά πνεύματα.
Αν υπήρχε ανάγκη να μπει κάποιος τότε έξω από την πόρτα τοποθετούνταν ένα μαγκάλι, ή ένας τενεκές με αναμμένα κάρβουνα που ο έπρεπε ο επισκέπτης να δρασκελίσει.
Η χαρά της μάνας και όλων των συγγενών ήταν πολύ μεγάλη, όταν όλα τελείωναν ευνοϊκά. Και ήταν ακόμη μεγαλύτερη η χαρά, αν το μωρό ήταν αγόρι. Αντίληψη της ανδροκρατούμενης κοινωνίας! Αν και ο λαός λέει: «Της καλομάνας το παιδί το πρώτο νάν’ κορίτσι». Όλοι, μετά τη γέννα, εύχονται στους γονείς να τους ζήσει το παιδί, να είναι γερό και καλότυχο.
Για την τύχη που θα συνοδεύει το παιδί στη ζωή του, οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν, ότι οι Μοίρες (Λάχεση – Κλωθώ – Άτροπος) παρευρίσκονταν στην ώρα του τοκετού κι αυτές προκαθόριζαν τη μετέπειτα ζωή του νεογέννητου. Και κατά τη Νεοελληνική Μυθολογία πιστεύεται ότι οι Μοίρες μπαίνουν τη νύχτα, της τρίτης, της πέμπτης ή της έβδομης μέρας από τη γέννηση, στο δωμάτιο του νεογέννητου και το «μοιραίνουν», για να έχει στη ζωή του καλή μοίρα (τύχη). Αυτές κανονίζουν τη διάρκεια της ζωής (το κουβάρι της ζωής) και το μέλλον του ανθρώπου.
Πάντως η μοίρα για το Ηπειρωτόπουλο της εποχής εκείνης ήταν η ευχή που έδινε αμέσως μετά τη γέννα, μ’ ένα ελαφρό χτύπημα στο πίσω μέρος του κεφαλιού του, η μαμμή: «Και στην Πόλη σιμιτζής (κουλουρτζής)». Ευχή για μεγάλη μελλοντική επαγγελματική επιτυχία!
Πολύ χαρακτηριστικά είναι όσα γράφει για τη σαρμανίτσα, το φάσκιωμα και την ευχή της μαμμής, με την παρακάτω πολύ ωραία περιγραφή του, ο αείμνηστος Ηπειρώτης, αξιόλογος συγγραφέας και γιατρός Κώστας Ντούλας:
«Εσείς οι παλιοί Ηπειρώτες, που γεννηθήκατε σε χωριό, ελάτε να νανουρίσουμε τούτο το μαξούμι που είναι ο ίδιος ο εαυτός μας. Να η σαρμανίτσα. Το τόξο από λεπτή σανίδα στηριγμένη στα πλάγια της σαρμανίτσας. Σ’ αυτό το τόξο απλώνεται ο ουρανός που αντικρύζουν τα παιδιακίσια μάτια. Ένας ουρανός από φτηνή αραιή τσίπα. Πιστάγκωνα δεμένα τα χέρια μέσα με μια αλαφριά τριχιά πλεγμένη στον αργαλειό, μας έκαναν ένα μακρουλό τρυφερό ανθρώπινο δεματάκι. Στα ματάκια, που στριφογύριζαν σα χάντρες, φαινόταν η αγωνία μιας κάποιας προσπάθειας απεγνωσμένης ν’ απαλλαγούν από τα δεσμά.
Έτσι ανάσκελα ξαπλωμένο στο σκληρό του μαξιλαράκι περίμενε με υπομονή την ώρα που θα λευτερωνόταν να τ’αλλάξουν. Και λένε για μας τους Ηπειρώτες πως η μαμμή με την παλάμη της άμα γεννιόμαστε, μας ίσιωνε στην ινιακή χώρα να γίνουμε φουρνάρηδες και κουλουρτζήδες. Αλήθεια, γνώρισμα Ηπειρώτικο…»
Μετά τη διαδικασία της γέννας, η λεχώνα έπρεπε να τρώει καλά, για να φέρει γάλα, για να θηλάσει το μωρό της. Και αν το μωρό είχε την ατυχία να χάσει τη μανούλα του, τότε ήταν πολύ δύσκολη η διατροφή του, γιατί δεν υπήρχαν τα βιομηχανοποιημένα για μωρά γάλατα, που υπάρχουν σήμερα. Το μωρό αναλάμβανε με πληρωμή να το θηλάσει κάποια άλλη γυναίκα, που είχε πρόσφατα γεννήσει. Έλεγαν, μάλιστα, ότι και το γάλα από γαϊδούρα ήταν παραπλήσιο σε θρεπτική αξία με το μητρικό γάλα.
Για να γλεντήσουν τη χαρά του νέου παιδιού γυναίκες, συγγενείς και φιλενάδες επισκέπτονταν καλοντυμένοι την φιλενάδα τους μένα ταψί (σινί) ωραία πίτα. Αυτοί φρόντιζαν και το σινί και το σκέπαζαν με ένα ωραίο κέντημα.
Η βάφτιση
Η βάφτιση γινόταν πάντοτε στη βρεφική ηλικία. Νονός ήταν πάντοτε εκείνος που είχε στεφανώσει το ζεύγος.
Ειδοποιούνταν ο νονός για τη συγκεκριμένη Κυριακή της βάφτισης και πήγαινε στα Γιάννινα για αγοράσει τα χρειαζούμενα στη βάφτιση.
Την Κυριακή της βάφτισης, νονός και γονείς πήγαιναν νωρίς στην εκκλησία για την προετοιμασία της τελετής.
Στην τελετή της βάφτισης απαγγέλονταν το «ΠΙΣΤΕΥΩ» σύμφωνα και με την παράδοση της εκκλησίας ο νονός αναλάμβανε και την κατήχηση του βαφτισμένου παιδιού. Στην τελετή ακουγόταν και το όνομα του παιδιού.
Στην εκκλησία για τη χαρούμενη αυτή μέρα εκτός από τους συγγενείς και φίλους της μάνας και του πατέρα του παιδιού υπήρχαν και πολλά παιδιά, έτσι η νονά μετά το βάπτισμα θα τους μοίραζε καραμέλες. Από τα παιδιά, τα πιο μεγάλα μόλις ακούγονταν το όνομα του παιδιού έτρεχαν ποιος θα φτάσει πρώτο στο σπίτι να αναγγείλει το όνομα στον παππού και στη γιαγιά, για να πάρουν δώρο σύκα, καραμέλες και τρύπιες δεκάρες.
Το μεσημέρι στο σπίτι οι γονείς του νεοφώτιστου παιδιού έκανα το τραπέζι στους κουμπάρους.
Ο παππούς τους παιδιού αν ήταν αγόρι χαιρόταν διπλά γιατί έπαιρνε ο νέος άνθρωπος το όνομά του για τη συνέχεια της οικογένειας.
Αν ήταν κορίτσι χαιρόταν και η γιαγιά γιατί η κοπέλα που βαφτίστηκε πήρε το όνομά της.
Η βάφτιση γινόταν πάντοτε στη βρεφική ηλικία. Νονός ήταν πάντοτε εκείνος που είχε στεφανώσει το ζεύγος.
Ειδοποιούνταν ο νονός για τη συγκεκριμένη Κυριακή της βάφτισης και πήγαινε στα Γιάννινα για αγοράσει τα χρειαζούμενα στη βάφτιση.
Την Κυριακή της βάφτισης, νονός και γονείς πήγαιναν νωρίς στην εκκλησία για την προετοιμασία της τελετής.
Στην τελετή της βάφτισης απαγγέλονταν το «ΠΙΣΤΕΥΩ» σύμφωνα και με την παράδοση της εκκλησίας ο νονός αναλάμβανε και την κατήχηση του βαφτισμένου παιδιού. Στην τελετή ακουγόταν και το όνομα του παιδιού.
Στην εκκλησία για τη χαρούμενη αυτή μέρα εκτός από τους συγγενείς και φίλους της μάνας και του πατέρα του παιδιού υπήρχαν και πολλά παιδιά, έτσι η νονά μετά το βάπτισμα θα τους μοίραζε καραμέλες. Από τα παιδιά, τα πιο μεγάλα μόλις ακούγονταν το όνομα του παιδιού έτρεχαν ποιος θα φτάσει πρώτο στο σπίτι να αναγγείλει το όνομα στον παππού και στη γιαγιά, για να πάρουν δώρο σύκα, καραμέλες και τρύπιες δεκάρες.
Το μεσημέρι στο σπίτι οι γονείς του νεοφώτιστου παιδιού έκανα το τραπέζι στους κουμπάρους.
Ο παππούς τους παιδιού αν ήταν αγόρι χαιρόταν διπλά γιατί έπαιρνε ο νέος άνθρωπος το όνομά του για τη συνέχεια της οικογένειας.
Αν ήταν κορίτσι χαιρόταν και η γιαγιά γιατί η κοπέλα που βαφτίστηκε πήρε το όνομά της.
ΓΑΜΟΣ
Ο Γάμος τυπικά και πραγματικά άρχιζε την Τετάρτη πριν την Κυριακή του γάμου
Το βράδυ της Τετάρτης συγγενής του γαμπρού καλοντυμένος και με κουλούρα στο δισάκι έφτανε στο σπίτι της νύφης να διαπραγματευτεί το προσύμφωνο της προίκας.
Έπρεπε να μετρήσουν τις λίρες και να συμφωνήσουν το προικοσύμφωνο για τα περιουσιακά στοιχεία.
Αφού όλα είχαν συμφωνηθεί ο απεσταλμένος του γαμπρού έβγαινε από την αυλή και με το ντουφέκι έριχνε μια ντουφεκιά.
Από τη στιγμή εκείνη που ακούγονταν η ντουφεκιά όλοι έλεγαν στο χωριό ότι άρχισε ο γάμος.
Την Κυριακή του γάμου από το πρωί όλο το χωριό χαιρόταν. Οι περισσότεροι χωριανοί ήταν συγγενείς και φίλοι της νύφης και του γαμπρού και περίμεναν την ημέρα του γάμου για να γλεντήσουν.
Το πρωί οι οργανοπαίκτες πήγαιναν στον σπίτι του κουμπάρου με τα κλαρίνα και τα βιολιά έφερναν τον κουμπάρο στο σπίτι του γαμπρού. Το χωριό είχε το προνόμιο να έχει Δραμεσίτες οργανοπαίχτες τους Τραμπαλέους πολύ καλούς και γνωστούς σε όλη την Περιφέρεια.
Ο Γάμος τυπικά και πραγματικά άρχιζε την Τετάρτη πριν την Κυριακή του γάμου
Το βράδυ της Τετάρτης συγγενής του γαμπρού καλοντυμένος και με κουλούρα στο δισάκι έφτανε στο σπίτι της νύφης να διαπραγματευτεί το προσύμφωνο της προίκας.
Έπρεπε να μετρήσουν τις λίρες και να συμφωνήσουν το προικοσύμφωνο για τα περιουσιακά στοιχεία.
Αφού όλα είχαν συμφωνηθεί ο απεσταλμένος του γαμπρού έβγαινε από την αυλή και με το ντουφέκι έριχνε μια ντουφεκιά.
Από τη στιγμή εκείνη που ακούγονταν η ντουφεκιά όλοι έλεγαν στο χωριό ότι άρχισε ο γάμος.
Την Κυριακή του γάμου από το πρωί όλο το χωριό χαιρόταν. Οι περισσότεροι χωριανοί ήταν συγγενείς και φίλοι της νύφης και του γαμπρού και περίμεναν την ημέρα του γάμου για να γλεντήσουν.
Το πρωί οι οργανοπαίκτες πήγαιναν στον σπίτι του κουμπάρου με τα κλαρίνα και τα βιολιά έφερναν τον κουμπάρο στο σπίτι του γαμπρού. Το χωριό είχε το προνόμιο να έχει Δραμεσίτες οργανοπαίχτες τους Τραμπαλέους πολύ καλούς και γνωστούς σε όλη την Περιφέρεια.
Στις προηγούμενες ημέρες του γάμου ένας βλάμης (άνθρωπος που εξυπηρετεί στην όλη διαδικασία του γάμου) του γαμπρού και ένας βλάμης της νύφης με την ειδική ποδιά και με ένα μπουκάλι τσίπουρου και ένα ρακοπότηρο γινόταν τα καλέσματα του γαμπρού και της νύφης. Έτσι σχηματίζονταν το «ψίκι» που συνόδευε γαμπρό και νύφη.
Στο σπίτι της νύφης στρώνεται τραπέζι με ειδικά κεράσματα και φαγητά και περιμένουν να έρθει ο γαμπρός με το ψίκι να πάρει τη νύφη να πάνε στην εκκλησία για τα στέφανα. Ο γαμπρός έρχονταν συνήθως καβάλα σε ένα άλογο και ξεπεζεύει τότε γίνεται αγώνας ποιος θα ανεβεί στο άλογο για να πάρει την χρηματική αμοιβή. Στην άφιξη του γαμπρού στο σπίτι της νύφης οι οργανοπαίχτες λένε το όμορφο τραγούδι
- Ξύπνα, περδικομάτα μου, κι ήρθα στο μαχαλά σου,
χρυσά πλεξούδια σού’ φερα να πλέξεις τα μαλλιά σου.
- Κι αν ήρθες, καλωσόρισες κι ας έκανε και κόπο,
ήρθες και μας ομόρφηνες τον άσχημο τον τόπο.
Δεν τό’ξερα, λεβέντη μου, πως είναι η αφεντιά σου,
για να λουστώ, να χτενιστώ, να βγω να σ’ ανταμώσω,
να πεταχτώ σαν πέρδικα να’ρθώ στην αγκαλιά σου,
να γίνω γης να με πατείς, γιοφύρι να περάσεις,
να γίνω κι ασημόκουπα να σε κερνώ να πίνεις.
Εσύ να πίνεις το κρασί κι εγώ να λάμπω μέσα.
Τα τραγούδια των οργανοπαικτών συνοδεύονται και από ωραιότατες παρομοιώσεις. Έτσι ο γαμπρός παρομοιάζεται με αετό, γιατί πρέπει να είναι δυνατός και οξυδερκής σαν τον αετό και η νύφη όμορφη και λυγερή σαν την πέρδικα, την περιστέρα και τη λαφίνα. Στη νύφη δίνονται και συμβουλές για τη νέα της ζωή.
Στη συνέχεια όλοι μαζί πηγαίνουν στην εκκλησία για γίνει η στέψη. Εδώ τον πρώτο λόγο τον έχει ο κουμπάρος. Με τις ευχές της εκκλησίας, ο κουμπάρος αλλάζει τα στέφανα στη νύφη και στον γαμπρό.
Όταν τελειώνει η στέψη ένας άνθρωπος του κουμπάρου σηκώνει στην αγκαλιά τον κουμπάρο και εκείνος κάνει την ευχή «Πέντε γιούς και μια μηλιά», δηλαδή το ζεύγος να αποκτήσει πέντε αγόρια και μία θυγατέρα.
Στον κουμπάρο τότε όλοι εύχονται «Ήρθες με τα στέφανα, να ρθεις και με το λάδι».
Μετά την εκκλησία, όλοι μαζί πηγαίνουν στο σπίτι του γαμπρού. Όταν φτάνουν έξω από το σπίτι οι οργανοπαίκτες παίζουν «Έβγα πεθερά στη σκάλα με το μέλι με το γάλα». Η πεθερά βγαίνει πραγματικά στην πόρτα του σπιτιού να υποδεχθεί τη νύφη κρατώντας στα χέρια της ένα ποτήρι με κόκκινο κρασί. Η νύψη πλησιάζει την πεθερά και εκείνη της δίνει να πιει τρεις φορές από το κρασί και όλο το ψίκι ρίχνει ρύζι προς το σπίτι για να ριζώσει το αντρόγυνο. Η νύφη πρέπει να πάρει το ποτήρι με το κρασί στο χέρι και να το πετάξει στη στέγη του σπιτιού. Αν σπάσει το ποτήρι, είναι καλός οιωνός.
Τώρα το γαμήλιο τραπέζι στρώνεται πολύ πλούσιο στο σπίτι του γαμπρού. Οι καλεσμένοι του γαμπρού έρχονται ο καθένας με το δικό του κανίσκι έχοντας ορεκτικούς μεζέδες και ένα μπουκάλι τσίπουρο. Ο βλάμης του γαμπρού περιφέρει σε όλους τους καλεσμένους το κανίσκι του κάθε συνδαιτημόνα και εκείνος ακούει ευχές από όλους για το σπίτι και τους ανθρώπους του. Οι ευχές δίνουν και παίρνουν.
Μετά τα κεράσματα αυτά για να αρχίσει το ολονύκτιο γλέντι χορεύει η νύφη και ο γαμπρός. Όρθιοι οι οργανοπαίκτες δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους να παίξουν τα πιο ωραία τραγούδια.
Συγγενείς και φίλοι δίνουν αμοιβή στους οργανοπαίκτες και ο ειδικός της κομπανίας αναφέρει το όνομα του προσφέροντος την αμοιβή. Μετά στήνεται χορός και για τους καλεσμένους και αφού γλεντήσουν και χορέψουν και τραγουδήσουν όλοι κάθονται στο τραπέζι για το φαγητό. Με τραγούδια και χορούς φτάνουν μέχρι λίγο πριν ανατείλει ο ήλιος το πρωί της Δευτέρας. Τότε όλοι μαζί οι συνδαιτημόνες τραγουδούν το ακόλουθο τραγούδι:
Βάρεσε ο ήλιος στο Μιτσικέλι
Συμπεθέρα φέρε το μέλι
Βάρεσε ο ήλιος στους φεγγίτες
Συμπεθέρα φέρε τηγανίτες.
Στη στέγη του κάθε σπιτιού που σκεπάζονταν με άσπρη πέτρινη πλάκα, έμπαινε και ένα κομμάτι τζάμι για να φωτίζει το σπίτι. Αυτό το τζάμι λεγόταν φεγγίτης.
Μετά την οινοποσία, τις τηγανίτες και το μέλι, έφευγαν όλοι ευχαριστημένοι με τις καλύτερες ευχές στους νεόνυμφους και στους οικείους.
Η νύφη το πρωί της Δευτέρας πηγαίνει στο σπίτι του πεθερού. Από την κασέλα με την προίκα της βγάζει τα δώρα που έχει ετοιμάσει για τον κάθε συγγενή του γαμπρού, πατέρα μητέρα και αδέλφια. Συνήθως τα δώρα είναι υφαντά (κάλτσες ενδύματα αλλά και ωραίες πετσέτες). Μετά από αυτό, η νύφη πρέπει να πάει στη βρύση του χωριού, με ένα μαστραπά στο χέρι και ένα πρωτότοκο αγόρι να πάρει και να φέρει νερό. Στο δρόμο παίρνει ευχές από όποιον συναντήσει, ενώ στη βρύση ρίχνει νομίσματα.
Στο σπίτι της νύφης στρώνεται τραπέζι με ειδικά κεράσματα και φαγητά και περιμένουν να έρθει ο γαμπρός με το ψίκι να πάρει τη νύφη να πάνε στην εκκλησία για τα στέφανα. Ο γαμπρός έρχονταν συνήθως καβάλα σε ένα άλογο και ξεπεζεύει τότε γίνεται αγώνας ποιος θα ανεβεί στο άλογο για να πάρει την χρηματική αμοιβή. Στην άφιξη του γαμπρού στο σπίτι της νύφης οι οργανοπαίχτες λένε το όμορφο τραγούδι
- Ξύπνα, περδικομάτα μου, κι ήρθα στο μαχαλά σου,
χρυσά πλεξούδια σού’ φερα να πλέξεις τα μαλλιά σου.
- Κι αν ήρθες, καλωσόρισες κι ας έκανε και κόπο,
ήρθες και μας ομόρφηνες τον άσχημο τον τόπο.
Δεν τό’ξερα, λεβέντη μου, πως είναι η αφεντιά σου,
για να λουστώ, να χτενιστώ, να βγω να σ’ ανταμώσω,
να πεταχτώ σαν πέρδικα να’ρθώ στην αγκαλιά σου,
να γίνω γης να με πατείς, γιοφύρι να περάσεις,
να γίνω κι ασημόκουπα να σε κερνώ να πίνεις.
Εσύ να πίνεις το κρασί κι εγώ να λάμπω μέσα.
Τα τραγούδια των οργανοπαικτών συνοδεύονται και από ωραιότατες παρομοιώσεις. Έτσι ο γαμπρός παρομοιάζεται με αετό, γιατί πρέπει να είναι δυνατός και οξυδερκής σαν τον αετό και η νύφη όμορφη και λυγερή σαν την πέρδικα, την περιστέρα και τη λαφίνα. Στη νύφη δίνονται και συμβουλές για τη νέα της ζωή.
Στη συνέχεια όλοι μαζί πηγαίνουν στην εκκλησία για γίνει η στέψη. Εδώ τον πρώτο λόγο τον έχει ο κουμπάρος. Με τις ευχές της εκκλησίας, ο κουμπάρος αλλάζει τα στέφανα στη νύφη και στον γαμπρό.
Όταν τελειώνει η στέψη ένας άνθρωπος του κουμπάρου σηκώνει στην αγκαλιά τον κουμπάρο και εκείνος κάνει την ευχή «Πέντε γιούς και μια μηλιά», δηλαδή το ζεύγος να αποκτήσει πέντε αγόρια και μία θυγατέρα.
Στον κουμπάρο τότε όλοι εύχονται «Ήρθες με τα στέφανα, να ρθεις και με το λάδι».
Μετά την εκκλησία, όλοι μαζί πηγαίνουν στο σπίτι του γαμπρού. Όταν φτάνουν έξω από το σπίτι οι οργανοπαίκτες παίζουν «Έβγα πεθερά στη σκάλα με το μέλι με το γάλα». Η πεθερά βγαίνει πραγματικά στην πόρτα του σπιτιού να υποδεχθεί τη νύφη κρατώντας στα χέρια της ένα ποτήρι με κόκκινο κρασί. Η νύψη πλησιάζει την πεθερά και εκείνη της δίνει να πιει τρεις φορές από το κρασί και όλο το ψίκι ρίχνει ρύζι προς το σπίτι για να ριζώσει το αντρόγυνο. Η νύφη πρέπει να πάρει το ποτήρι με το κρασί στο χέρι και να το πετάξει στη στέγη του σπιτιού. Αν σπάσει το ποτήρι, είναι καλός οιωνός.
Τώρα το γαμήλιο τραπέζι στρώνεται πολύ πλούσιο στο σπίτι του γαμπρού. Οι καλεσμένοι του γαμπρού έρχονται ο καθένας με το δικό του κανίσκι έχοντας ορεκτικούς μεζέδες και ένα μπουκάλι τσίπουρο. Ο βλάμης του γαμπρού περιφέρει σε όλους τους καλεσμένους το κανίσκι του κάθε συνδαιτημόνα και εκείνος ακούει ευχές από όλους για το σπίτι και τους ανθρώπους του. Οι ευχές δίνουν και παίρνουν.
Μετά τα κεράσματα αυτά για να αρχίσει το ολονύκτιο γλέντι χορεύει η νύφη και ο γαμπρός. Όρθιοι οι οργανοπαίκτες δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους να παίξουν τα πιο ωραία τραγούδια.
Συγγενείς και φίλοι δίνουν αμοιβή στους οργανοπαίκτες και ο ειδικός της κομπανίας αναφέρει το όνομα του προσφέροντος την αμοιβή. Μετά στήνεται χορός και για τους καλεσμένους και αφού γλεντήσουν και χορέψουν και τραγουδήσουν όλοι κάθονται στο τραπέζι για το φαγητό. Με τραγούδια και χορούς φτάνουν μέχρι λίγο πριν ανατείλει ο ήλιος το πρωί της Δευτέρας. Τότε όλοι μαζί οι συνδαιτημόνες τραγουδούν το ακόλουθο τραγούδι:
Βάρεσε ο ήλιος στο Μιτσικέλι
Συμπεθέρα φέρε το μέλι
Βάρεσε ο ήλιος στους φεγγίτες
Συμπεθέρα φέρε τηγανίτες.
Στη στέγη του κάθε σπιτιού που σκεπάζονταν με άσπρη πέτρινη πλάκα, έμπαινε και ένα κομμάτι τζάμι για να φωτίζει το σπίτι. Αυτό το τζάμι λεγόταν φεγγίτης.
Μετά την οινοποσία, τις τηγανίτες και το μέλι, έφευγαν όλοι ευχαριστημένοι με τις καλύτερες ευχές στους νεόνυμφους και στους οικείους.
Η νύφη το πρωί της Δευτέρας πηγαίνει στο σπίτι του πεθερού. Από την κασέλα με την προίκα της βγάζει τα δώρα που έχει ετοιμάσει για τον κάθε συγγενή του γαμπρού, πατέρα μητέρα και αδέλφια. Συνήθως τα δώρα είναι υφαντά (κάλτσες ενδύματα αλλά και ωραίες πετσέτες). Μετά από αυτό, η νύφη πρέπει να πάει στη βρύση του χωριού, με ένα μαστραπά στο χέρι και ένα πρωτότοκο αγόρι να πάρει και να φέρει νερό. Στο δρόμο παίρνει ευχές από όποιον συναντήσει, ενώ στη βρύση ρίχνει νομίσματα.
ΓΙΟΡΤΕΣ - ΑΓΡΟΤΙΚΕΣ ΑΣΧΟΛΙΕΣ
ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ
Πρωτοχρονιά
Για την καλή έκβαση του χρόνου ήθελαν το ποδαρικό όπως έλεγαν την επίσκεψη στο σπίτι από καλούς ανθρώπους που θα πρωτοέβλεπαν να είναι καλοί άνθρωποι.
Η βασιλόπιτα με το γνωστό τυχερό φλυρί γινοταν στην κατοχή που δεν είχαν ρύζι την έκαναν με πλιγούρι που άλεθαν το σιτάρι στον υπάρχοντα στο σπίτι πέτρινο χειρόμυλο.
Το πρωί μέλος του σπιτιού επισκέπτονταν τον τσομπάνη έφερνε μαζί του μερικά βασιλοκούλουρα (χοντρά ψωμιά) κεντημένο στο ζυμάρι με την άδεια βάση του καρπού της βελανιδιάς και αυτό το έβαζαν στο κέρατο του τράγου και όταν το έδιωχνε και έπεφτε στη γη από την καλή μεριά τότε θα πήγαινε καλά η χρονιά για το κοπάδι.
Έκοβαν επίσης μία ζιλινιά (κλάδι από ήρεμο πουρνάρι) και την έριχναν στο τζάκι και καθώς ήταν χλωρή έβγαζε πολλές σπίθες. Έλεγαν ότι το κοπάδι θα έχει όσες είναι οι σπίθες τόσα αρνιά και κατσίκια.
Τα φώτα
Την παραμονή των Φώτων η κάθε νοικοκυρά ανακαίνιζε το σπίτι. Το τζάκι από το 12ήμερο που είχε προηγηθεί, είχε πολλή στάχτη που δεν επιτρέπονταν να τη βγάλουν έξω από το σπίτι γιατί θα μαζεύονταν οι καλικάντζαροι.
Τη στάχτη αυτή την μετέφεραν στο αμπέλι ή στη ρίζα κάθε δένδρου.
Στο κάθε σπίτι περνούσε και ο παπάς, ένα παιδί του κρατούσε το ταλιούρι (μικρό τοπικό κατσαρολάκι) με τον αγιασμό ράντιζε ο παπάς το κάθε σπίτι.
Ανήμερα των Φώτων βαρύς τότε ο χειμώνας φυσούσαν και σφύριζαν δυνατοί αέρηδες που άλλαζαν κατεύθυνση και έλεγαν βαφτίζονταν και οι αέρηδες, καθώς την ίδια μέρα από βόρειοι γίνονταν νότιοι. Ο εκκλησιασμός γινόταν πάντοτε στην εκκλησία της Παναγίας και υπήρχε και μία ωραία βρύση όπου έφερναν μεγάλα δοχεία για να πάρουν πολύ αγιασμό με τον οποίο θα ράντιζαν το σπίτι, αλλά και όλη την περιουσία, δέντρα αμπέλια, ακόμα και την καλύβα του τσομπάνη. Χονισμένα ήταν τις περισσότερες φορές τα Φώτα της παλιάς εποχής. Κάτασπρες οι στέγες των σπιτιών. Τα δέντρα ήταν χιονισμένα και ήταν όλη η φύση χιονισμένη, ενώ και τα αγιασμένα νερά ήταν πολλές φορές παγωμένα.
Για την καλή έκβαση του χρόνου ήθελαν το ποδαρικό όπως έλεγαν την επίσκεψη στο σπίτι από καλούς ανθρώπους που θα πρωτοέβλεπαν να είναι καλοί άνθρωποι.
Η βασιλόπιτα με το γνωστό τυχερό φλυρί γινοταν στην κατοχή που δεν είχαν ρύζι την έκαναν με πλιγούρι που άλεθαν το σιτάρι στον υπάρχοντα στο σπίτι πέτρινο χειρόμυλο.
Το πρωί μέλος του σπιτιού επισκέπτονταν τον τσομπάνη έφερνε μαζί του μερικά βασιλοκούλουρα (χοντρά ψωμιά) κεντημένο στο ζυμάρι με την άδεια βάση του καρπού της βελανιδιάς και αυτό το έβαζαν στο κέρατο του τράγου και όταν το έδιωχνε και έπεφτε στη γη από την καλή μεριά τότε θα πήγαινε καλά η χρονιά για το κοπάδι.
Έκοβαν επίσης μία ζιλινιά (κλάδι από ήρεμο πουρνάρι) και την έριχναν στο τζάκι και καθώς ήταν χλωρή έβγαζε πολλές σπίθες. Έλεγαν ότι το κοπάδι θα έχει όσες είναι οι σπίθες τόσα αρνιά και κατσίκια.
Τα φώτα
Την παραμονή των Φώτων η κάθε νοικοκυρά ανακαίνιζε το σπίτι. Το τζάκι από το 12ήμερο που είχε προηγηθεί, είχε πολλή στάχτη που δεν επιτρέπονταν να τη βγάλουν έξω από το σπίτι γιατί θα μαζεύονταν οι καλικάντζαροι.
Τη στάχτη αυτή την μετέφεραν στο αμπέλι ή στη ρίζα κάθε δένδρου.
Στο κάθε σπίτι περνούσε και ο παπάς, ένα παιδί του κρατούσε το ταλιούρι (μικρό τοπικό κατσαρολάκι) με τον αγιασμό ράντιζε ο παπάς το κάθε σπίτι.
Ανήμερα των Φώτων βαρύς τότε ο χειμώνας φυσούσαν και σφύριζαν δυνατοί αέρηδες που άλλαζαν κατεύθυνση και έλεγαν βαφτίζονταν και οι αέρηδες, καθώς την ίδια μέρα από βόρειοι γίνονταν νότιοι. Ο εκκλησιασμός γινόταν πάντοτε στην εκκλησία της Παναγίας και υπήρχε και μία ωραία βρύση όπου έφερναν μεγάλα δοχεία για να πάρουν πολύ αγιασμό με τον οποίο θα ράντιζαν το σπίτι, αλλά και όλη την περιουσία, δέντρα αμπέλια, ακόμα και την καλύβα του τσομπάνη. Χονισμένα ήταν τις περισσότερες φορές τα Φώτα της παλιάς εποχής. Κάτασπρες οι στέγες των σπιτιών. Τα δέντρα ήταν χιονισμένα και ήταν όλη η φύση χιονισμένη, ενώ και τα αγιασμένα νερά ήταν πολλές φορές παγωμένα.
Παροιμίες:
α. Γενάρη μήνα κλάδευε, φεγγάρι μη κοιτάζεις.
β. Κότα πίτα το Γενάρη, κόκορας τον Αλωνάρη.
γ. Του Γενάρη το φεγγάρι, ήλιος της ημέρας μοιάζει.
δ. Χαρά τα Φώτα τα στεγνά και τη Λαμπρή βρεγμένη.
ε. Χιόνι πέφτει το Γενάρη, χαρές θάν’τον Αλωνάρη
α. Γενάρη μήνα κλάδευε, φεγγάρι μη κοιτάζεις.
β. Κότα πίτα το Γενάρη, κόκορας τον Αλωνάρη.
γ. Του Γενάρη το φεγγάρι, ήλιος της ημέρας μοιάζει.
δ. Χαρά τα Φώτα τα στεγνά και τη Λαμπρή βρεγμένη.
ε. Χιόνι πέφτει το Γενάρη, χαρές θάν’τον Αλωνάρη
ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ
ΑΠΟΚΡΙΕΣ
Συνήθως το Φεβρουάριο έπεφταν οι Απόκριες.
Τη Μεγάλη Αποκριά, έτσι την έλεγαν, τη χαίρονταν όλοι μικροί και μεγάλοι γιατί θα έτρωγαν και θα έτρωγαν όσο φτωχοί κι αν ήταν. Την Αποκριά κάνανε διάφορα και καλό φαγητό.
Μετά το αποκριάτικο τραπέζι γινόταν ο «χάψαρης». Ένα βρασμένο αυγό δένονταν σε μία μακριά κλωστή. Ο νοικοκύρης του σπιτιού περιέφερε το αυγό κρεμασμένο και κάθε μέλος της οικογενείας φρόντιζε να ανοίξει πολύ καλά το στόμα του για να το χάψει όλο το αυγό. Συνήθως χτυπούσε στα δόντια και δεν έφτανε εύκολα στο στόμα. Σε χαρούμενη ατμόσφαιρα κάποτε κάποιος τα κατάφερνε.
Μετά το βραδινό Αποκριάτικο τραπέζι όλοι έβγαιναν στην πλατεία του χωριού. Εκεί γινόταν μεγάλο γλέντι. Εκεί άναβαν μία μεγάλη φωτιά που την έλεγαν Αλαγούζια. Φρόντιζαν από νωρίς και κουβαλούσαν πολλά ξύλα.
Συνήθως το Φεβρουάριο έπεφταν οι Απόκριες.
Τη Μεγάλη Αποκριά, έτσι την έλεγαν, τη χαίρονταν όλοι μικροί και μεγάλοι γιατί θα έτρωγαν και θα έτρωγαν όσο φτωχοί κι αν ήταν. Την Αποκριά κάνανε διάφορα και καλό φαγητό.
Μετά το αποκριάτικο τραπέζι γινόταν ο «χάψαρης». Ένα βρασμένο αυγό δένονταν σε μία μακριά κλωστή. Ο νοικοκύρης του σπιτιού περιέφερε το αυγό κρεμασμένο και κάθε μέλος της οικογενείας φρόντιζε να ανοίξει πολύ καλά το στόμα του για να το χάψει όλο το αυγό. Συνήθως χτυπούσε στα δόντια και δεν έφτανε εύκολα στο στόμα. Σε χαρούμενη ατμόσφαιρα κάποτε κάποιος τα κατάφερνε.
Μετά το βραδινό Αποκριάτικο τραπέζι όλοι έβγαιναν στην πλατεία του χωριού. Εκεί γινόταν μεγάλο γλέντι. Εκεί άναβαν μία μεγάλη φωτιά που την έλεγαν Αλαγούζια. Φρόντιζαν από νωρίς και κουβαλούσαν πολλά ξύλα.
Στο χορό που στήνονταν γύρω από την αλαγούζια, απ’τους μεταμφιεσμένους νέους, ακούγονταν και διάφορα σκωπτικά τραγούδια:
«Τώρα τις Αποκριές, που χορεύουν κι οι γριές
με τις κόκκινες ποδιές,
που χορεύουν κι οι γερόντοι σαν παλιάλογα στ’αλώνι».
«Πώς το τρίβουν το πιπέρι
του διαβόλου οι καλογέροι;
Έτσ’ για για, μωρ’ έτσ’ για για [1].
Με τα χέρια το στουμπάνε
και το δαρτοκοπανάνε».
Την καθαρά Δευτέρα, άρχιζε η νηστεία και οι μανάδες έλεγαν στα παιδιά που νήστευαν να πάνε στις πλαγιές και από τις φωλιές των περδικών να πάρουν τα περδικαύγα.
[1] Κάθε φορά έδειχναν και διαφορετικό μέρος του σώματος και συνόδευαν το χορό τους με τις ανάλογες κινήσεις και προκαλούσαν πολύ γέλιο.
Παροιμίες:
α. Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει. κι αν το μετανιώσει, μες στα χιόνια θα μας χώσει
β. Παπαντή καλοβρεγμένη, η κοφίνα γιομισμένη.
γ. Σού’πανε, Φλεβάρη, βρέξε κι αλησμόνησες να σταματήσεις.
δ. Φλεβάρης με νερό, κουτσός μπαίνει στο χορό.
«Τώρα τις Αποκριές, που χορεύουν κι οι γριές
με τις κόκκινες ποδιές,
που χορεύουν κι οι γερόντοι σαν παλιάλογα στ’αλώνι».
«Πώς το τρίβουν το πιπέρι
του διαβόλου οι καλογέροι;
Έτσ’ για για, μωρ’ έτσ’ για για [1].
Με τα χέρια το στουμπάνε
και το δαρτοκοπανάνε».
Την καθαρά Δευτέρα, άρχιζε η νηστεία και οι μανάδες έλεγαν στα παιδιά που νήστευαν να πάνε στις πλαγιές και από τις φωλιές των περδικών να πάρουν τα περδικαύγα.
[1] Κάθε φορά έδειχναν και διαφορετικό μέρος του σώματος και συνόδευαν το χορό τους με τις ανάλογες κινήσεις και προκαλούσαν πολύ γέλιο.
Παροιμίες:
α. Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει. κι αν το μετανιώσει, μες στα χιόνια θα μας χώσει
β. Παπαντή καλοβρεγμένη, η κοφίνα γιομισμένη.
γ. Σού’πανε, Φλεβάρη, βρέξε κι αλησμόνησες να σταματήσεις.
δ. Φλεβάρης με νερό, κουτσός μπαίνει στο χορό.
ΜΑΡΤΙΟΣ
Την 1η Μαρτίου τα παιδιά φοράν στο χέρι τους το «μαρτίτσι». Η μάνα έκανε βραχιολάκι με κόκκινη και άσπρη κλωστή. Στο τέλος του Μαρτίου το μαρτίτσι το βγάζουν από τα χέρια για να το πάρουν τα χελιδόνια να το αφήσουν στη φωλιά τους.
Τον Μάρτη εξακολουθεί ο καιρός να μην είναι καλός, παρά το γεγονός ότι ημερολογιακά ο Μάρτης είναι ο πρώτος μήνας της Άνοιξης, ο λαός δεν είχε την καλύτερη γνώμη για τα καμώματα του καιρού. Πότε συνεφιάζει πότε βγάζει ήλιο. Ο λαός τον αναφέρει ως Μάρτη γδάρτη και κακό παλουκοκάφτη.
Για τις αλλαγές αυτές του καιρού στην ίδια μέρα, η λαϊκή παράδοση αναφέρει:
Ο Μάρτης έχει δυο γυναίκες. Η μια είναι πολύ όμορφη και φτωχιά και η άλλη άσχημη και πολύ πλούσια. Για να τα έχει καλά και με τις δυο, κοιμάται στη μέση. Όταν γυρίζει προς τη μεριά της άσχημης, γίνεται κατσούφης. Αρχίζει τις βροχές, τα χιόνια και τα κρύα. Όταν γυρίζει προς την όμορφη, γελάει και λάμπει από χαρά. Μαζεύει τα σύννεφα και βγάζει τον ήλιο.
Άλλη παράδοση αναφέρεται στην παγωμένη και μαρμαρωμένη γριά. Ταλαιπωρήθηκε όλο το Μάρτη να ξεχειμάσει τ'αρνάκια και τα κατσικάκια της. Την τελευταία ηλιόλουστη μέρα είπε χαρούμενη στο Μάρτη: «Πριτς, Μάρτη μ’, τα ξεχειμώνιασα τ’αρνάκια μ’ και τα κατσικάκια μ’». Ο Μάρτης τότε θύμωσε, δανείστηκε μια μέρα απ’το Φλεβάρη, έκανε ένα πολύ δυνατό κρύο, που η γριά πάγωσε, κοκκάλωσε κι έμεινε μαρμαρωμένη με τα αρνάκια και τα κατσικάκια της. Επειδή δανείστηκε ο Μάρτης τη μέρα απ’το Φλεβάρη, γι’αυτό ο Φλεβάρης έχει λειψές μέρες.
Στις 25 Μαρτίου παιδιά με κουδούνια και κυπριά χτυπώντας τα δυνατά, βγαίνουν στα χωράφια και ξορκίζουν τα φίδια και τις σαύρες και φωνάζουν «φευγάτε φίδια, φευγάτε γκοσταρίτσες».
Παροιμίες:
α. Απ’το Μάρτη Καλοκαίρι κι απ’τον Αύγουστο χειμώνα.
β. Δε λείπει ο Μάρτης απ’τη Σαρακοστή.
γ. Ξύλα φύλαγε το Μάρτη, να μην κάψεις τα παλούκια.
δ. Ο Μάρτης ο πεντάγνωμος, πέντε φορές εχιόνισε και πάλι το μετάνιωσε, που δεν εξαναχιόνισε.
ε. Τα λόγια σου είναι ψεύτικα σαν του Μαρτιού το χιόνι, όταν το ρίχνει αποβραδίς και το πρωί το λιώνει.
α. Απ’το Μάρτη Καλοκαίρι κι απ’τον Αύγουστο χειμώνα.
β. Δε λείπει ο Μάρτης απ’τη Σαρακοστή.
γ. Ξύλα φύλαγε το Μάρτη, να μην κάψεις τα παλούκια.
δ. Ο Μάρτης ο πεντάγνωμος, πέντε φορές εχιόνισε και πάλι το μετάνιωσε, που δεν εξαναχιόνισε.
ε. Τα λόγια σου είναι ψεύτικα σαν του Μαρτιού το χιόνι, όταν το ρίχνει αποβραδίς και το πρωί το λιώνει.
ΑΠΡΙΛΙΟΣ
Τώρα είναι Απρίλης και χαρά, τώρα είναι καλοκαίρι
Το λεν οι κούκοι στα βουνά, κι οι πέρδικες στα πλάγια
Το λέει κι ο πετροκότσυφας μέσα από τη φωλιά του
Το λέει κι ο γερο κούκος κι χλιβερή τρυγόνα (τουρτούρα).
Για να μην νικήσει το λάλημα του κούκου και της τουρτούρας έπρεπε να φάνε κάτι το πρωί πριν να βγούν από το σπίτι. Στο πρώτο που θα ακούγανε κελάηδημα να μην ήταν νηστικοί.
«Η φύση βρήκε την καλή και την γλυκειά της ώρα
Πράσινα η γη φορεί κι ανθίζει το κλαρί
Βελάζει το πρόβατο το αρνάκι φωνάζει
Κι απ’ τον αγκαθόβατο δροσούλα σταλάζει».
Το λεν οι κούκοι στα βουνά, κι οι πέρδικες στα πλάγια
Το λέει κι ο πετροκότσυφας μέσα από τη φωλιά του
Το λέει κι ο γερο κούκος κι χλιβερή τρυγόνα (τουρτούρα).
Για να μην νικήσει το λάλημα του κούκου και της τουρτούρας έπρεπε να φάνε κάτι το πρωί πριν να βγούν από το σπίτι. Στο πρώτο που θα ακούγανε κελάηδημα να μην ήταν νηστικοί.
«Η φύση βρήκε την καλή και την γλυκειά της ώρα
Πράσινα η γη φορεί κι ανθίζει το κλαρί
Βελάζει το πρόβατο το αρνάκι φωνάζει
Κι απ’ τον αγκαθόβατο δροσούλα σταλάζει».
Παροιμίες:
α. Αν βρέξει ο Απρίλης δυο νερά κι ο Μάης άλλο ένα, χαρά σ’εκείνο το ζευγά, πώχει πολλά σπαρμένα.
β. Αρίλης, Μάης, κοντά’ν’το θέρος.
γ. Ο Απρίλης έχει τα χάδια του κι ο Μάρτης τα δαυλιά του.
δ. Ο Απρίλης με τα λούλουδα κι ο Μάης με τα ρόδα.
ε. Ο Απρίλης φέρνει τη δροσιά, φέρνει και τα λουλούδια.
Σ’ αυτήν την όμορφη ανοιξιάτικη τ’ Απρίλη φύση γιορτάζουν Χριστιανοί το ΠΑΣΧΑ, και την Ανάσταση του Χριστού.
α. Αν βρέξει ο Απρίλης δυο νερά κι ο Μάης άλλο ένα, χαρά σ’εκείνο το ζευγά, πώχει πολλά σπαρμένα.
β. Αρίλης, Μάης, κοντά’ν’το θέρος.
γ. Ο Απρίλης έχει τα χάδια του κι ο Μάρτης τα δαυλιά του.
δ. Ο Απρίλης με τα λούλουδα κι ο Μάης με τα ρόδα.
ε. Ο Απρίλης φέρνει τη δροσιά, φέρνει και τα λουλούδια.
Σ’ αυτήν την όμορφη ανοιξιάτικη τ’ Απρίλη φύση γιορτάζουν Χριστιανοί το ΠΑΣΧΑ, και την Ανάσταση του Χριστού.
ΠΑΣΧΑ
Σάββατο του Λαζάρου
Στο Σάββατο του Λαζάρου έθιμο ήταν στο χωριό οι νύφες που είχαν παντρευτεί την προηγούμενη χρονικά να φέρνουν στην εκκλησία τις δάφνες. Πήγαιναν στο χωριό Κοπάνι. Έφερναν τις δάφνες (βάγια) για την Κυριακή των Βαϊων στην Εκκλησία της Παναγίας, εκεί πάντα γινόταν λειτουργία. Και όταν έφταναν το απόγευμα χτυπούσαν και την καμπάνα για να πληροφορηθεί το χωριό ότι έφτασαν οι δάφνες. Μετά τη λειτουργία της Κυριακής μοιράζονταν οι δάφνες στους πιστούς. Δάφνες χρειαζόταν ο παπάς να ρίξει στην Εκκλησία και την μέρα του Μεγάλου Σαββάτου, ενώ κρατούσε και για το στολισμό του επιταφίου.
Όσοι είχαν στο νεκροταφείο τάφους δικών τους ανθρώπων έβαζαν και στον τάφο τους δάφνες.
Το κυρίαρχο έθιμο της ημέρας ήταν η «λαζαρίνα». Στις τέσσερις γωνίες και στο κέντρο μίας στερεάς τετράγωνης ξύλινης πλάκας βιδώναν πέντε μεγάλα κυπριά. Με τη λαζαρίνα μεγάλα παιδιά, κυρίως έφηβοι γυρνούσαν στα σπίτια του χωριού χτυπώντας τις πόρτες και τραγουδούσανε το τραγούδι «Τα πάθη του Χριστού»
Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,
σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπιούνται.
Σήμερα βάλανε βουλή οι άνομοι Οβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά κι οι τρισκαταραμένοι,
για να σταυρώσουν το Χριστό, τον πάντων Βασιλέα.
Ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι
να λάβει δείπνο Μυστικό, να τον συλλάβουν όλοι.
σαν κλέφτη τον επιάσανε και σα φονιά τον πάνε
και στου Πιλάτου τας αυλάς εκεί τον τυραννάνε.
Και το χαλκιά διέταξαν τρία καρφιά να φκιάσει,
κι εκείνος ο παράνομος βαρεί και φκιάνει πέντε.
- Εσύ, χαλκιά, που τά ’φκιασες, να ‘ρθείς να μας διατάξεις.
- Βάλτε τα δυο στα πόδια του και τ’ άλλα δυο στα χέρια,
το πέμπτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά Του,
να στάξει αίμα και νερό να πικραθεί η καρδιά Του.
Και η Παναγιά σαν τ’ άκουσε, λιγοθυμιά την πιάνει.
- Λάβε, Κυρά μου, υπομονή, λάβε, Κυρά μ’, ανάσα.
- Και πώς να λάβω υπομονή, και πώς να λάβω ανάσα,
που έχω Γιο Μονογενή κι Εκείνον Σταυρωμένον;
Σε κάθε στίχο του τραγουδιού κτυπούσαν ρυθμικά τα κυπριά της λαζαρίνας.
Οι νοικοκυραίοι τους έδιναν αυγά να τα βάψουν για το Πάσχα.
Κυριακή των Βαΐων
Πανηγυρική η λειτουργία της Κυριακής των Βαΐων στην Εκκλησία της Παναγίας. Στο τέλος της λειτουργίας, οι πιστοί έπαιρναν από το χέρι του παπά το κλαδί της δάφνης για το σπίτι τους. Τα φύλλα δάφνης τα χρησιμοποιούσαν στη μαγειρική.
Το φαγητό της Κυριακής των Βαΐων επειδή υπήρχε νηστεία ήταν το ψάρι. Τα ψάρια ήταν γριβάδια από τη λίμνη των Ιωαννίνων. Μια ιστορική θλιβερή ανάμνηση την Κυριακή των Βαΐων στο Πατριαρχείο στην Κων/πολη ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ στο τέλος της λειτουργίας στην ομιλία του που προαισθανόταν το τέλος της ζωής του είπε: «Ας φάμε σήμερα ψάρια, την άλλη Κυριακή μπορεί τα ψάρια να τρώνε εμένα. Πραγματικά οι Τούρκοι τον κρέμασαν στην μεσαία Πύλη του Πατριαρχείου (και η οποία έκτοτε παραμένει κλειστή) και πέταξαν το σώμα του στη θάλασσα».
Το βράδυ της Κυριακής στα ωραία ανοιξιάτικα βράδια αρχίζουν για όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα οι κατανυκτικοί ύμνοι. Ωραιότατοι και οι κατανυκτικοί ύμνοι που διαβάζονται το βράδυ αυτό και που αναφέρονται στον όρθρο της Μεγάλης Δευτέρας.
Μεγάλη Πέμπτη
Τη Μεγάλη Πέμπτη βάφουν τα αυγά κόκκινα και εάν η οικογένεια είχε μικρά παιδιά τα στολίζουν και με ωραίες χαλκομανίες. Ένα κόκκινο αυγό το βάζουν για 40 μέρες στο εικονοστάσι του σπιτιού. Αν κάποια οικογένεια έχει και νεκρό στα νεκροταφεία του πηγαίνουν στον τάφο κι ένα κόκκινο αυγό.
Έξω από το σπίτι απλώνεται και ένα μικρό κόκκινο πανί.
Κόκκινη Πέμπτη ονομάζουν την ημέρα.
Το βράδυ στην Εκκλησία διαβάζουν τα 12 Ευαγγέλια.
Μεγάλη Παρασκευή
Είναι η πιο πένθιμη ημέρα της Μεγάλης Εβδομάδας, γιατί υπάρχει η ανάμνηση της Σταύρωσης του Χριστού.
Από το πρωί στην Εκκλησία διαβάζονταν οι ΜΕΓΑΛΕΣ ΩΡΕΣ, γίνεται η αποκαθήλωση, στολίζεται και στρώνεται ο Επιτάφιος. Από εκείνη της στιγμή όλη την ημέρα η καμπάνα λυπητερά ηχεί στον αγέρα.
Φτάνουν καλοντυμένοι οι χωριανοί μικροί και μεγάλοι να προσκυνήσουν. Οι μητέρες βάζουν τα παιδιά τους να περάσουν κάτω από το κουβούκλιο του Επιταφίου. Ακόμα και οι τσομπάνηδες καλοντυμένοι έρχονται και αυτοί να προσκυνήσουν.
Οι νοικοκυρές στο σπίτι όλη την ημέρα δεν κάνουν καμία δουλειά γιατί λένε «Ο Χριστός είναι νεκρός».
Το βράδυ ασφυκτικά γεμάτη η Εκκλησία με αναμμένες τις πένθιμες καφέ λαμπάδες ψάλλονται και τα εγκώμια «Η ζωή εν Τάφω» «Άξιον Εστί» και «Αι Γενεαί Πάσαι». Παλαιότερα υπήρχαν πολλοί κάτοικοι μεγάλοι στην ηλικία που είχαν τελειώσει το Σχολαρχείο και νεώτεροι με γραμματικές γνώσεις και έψαλλαν με τη σειρά ο καθένας ένα τροπάριο από τη «Ζωή εν Τάφω».
Η περιφορά του επιταφίου δεν γινόταν στους δρόμους του χωριού, αλλά μόνον γύρω από την Εκκλησία.
Την ημέρα αυτή έπρεπε ο κάθε νοικοκύρης να ψωνίσει τα απαραίτητα για το Πάσχα. Έκανε όλο το χρόνο τις οικονομίες για να ανταποκριθεί στα ψώνια της Μεγάλης Παρασκευής. Αγόραζε επίσης καφέ λαμπάδες για τη Μεγάλη Παρασκευή και άσπρες για την Ανάσταση.
Την Πασχαλιά όλοι έπρεπε να φορέσουν κάτι καινούργιο. Έπρεπε να δουλέψουν για να έχουν λεφτά. Η παροιμία έλεγε: «Όποιος κοιμάται το πρωί, δεν έχει ρούχα τη Λαμπρή».
Τα περισσότερα ψώνια τα έκανε ο νουνός για το βαφτισιμιό του. Φωτίκια λέγανε τα ψώνια του νουνού. Ήταν τοπικό έθιμο, σύμφωνα με το οποίο ο νουνός έπρεπε να «φωτίσει» το παιδί που είχε βαφτίσει, όταν αυτό είχε μεγαλώσει κάπως και είχε γίνει πλέον νήπιο. Ο φωτισμός του ήταν να του στείλει τα «φωτίκια». Φωτισμός και φωτίκια, σίγουρα οι λέξεις σημαίνουν τη φώτιση που έλαβε το παιδί κατά την ώρα της βάφτισης. Και τα φωτίκια ήταν μια καινούρια φορεσιά (εσώρουχα και εξώρουχα), παπουτσάκια και μια λαμπάδα χρωματιστή για την Πασκαλιά. Συνηθίζονταν τα φωτίκια να τα στέλνει ο νουνός τη Μεγάλη Πέμπτη, ώστε ο αναδεξιμιός του να έχει καινούρια ρούχα τη Λαμπρή.
Μαζί με τα ρούχα έστελνε ως δώρο ένα μικρό ταψί ή νταβά (σκεύη χαλκοματένια). Και αν ο νουνός ήταν πλούσιος, έστελνε και τα δύο. Στο εξωτερικό τους μέρος, στον κάθετο στη βάση γύρο, ήταν χαραγμένα τα αρχικά γράμματα απ’το όνομα, το πατρώνυμο και το επώνυμο του παιδιού. Κάτω απ’αυτά υπήρχε και η χρονολογία γέννησής του. Στα παλιότερα χρόνια που δεν υπήρχαν ακριβείς καταχωρήσεις γεννήσεων στα μητρώα και στα δημοτολόγια της Κοινότητας, πολλοί μάθαιναν τη χρονο- λογία γέννησής τους απ’το δώρο του νουνού.
Ο πατέρας του παιδιού για να ευχαριστήσει τον κουμπάρο του για τα δώρα, το πρωί της Δευτέρας της Πασχαλιάς του έστελνε με κάποιο στενό του συγγενή ένα διαλεγμένο απ’το κοπάδι καλό αρνί, βαμμένο στο κεφάλι με κόκκινη μπογιά. Το αρνί αυτό ήταν το μανάρι της οικογένειας. Εκτός απ’το αρνί, του έστελνε μέσα στο δισάκι (τσάκι) κόκκινα αυγά, μπουγάτσα, καθάρια απ’τα Γιάννενα και μια πλόσκα κρασί.
Μεγάλο Σάββατο
Το πρωί στην Εκκλησία γίνεται η πρώτη Ανάσταση και ο παππάς σκορπίζει φύλλα δάφνης.
Ο νοικοκύρης του σπιτιού πολύ πρωί πάει στο κοπάδι της οικογένειας και λέει στον τσομπάνη να διαλέξει το καλύτερο αρνί για το Πάσχα.
Έξω από την αυλή ο καθένας σφάζει το δικό του αρνί και το ετοιμάζει για τη σούβλα και για το φούρνο.
Ειδικότερα στο χωριό δεν έψηναν στη σούβλα αλλά μόνο στη γάστρα ή στο φούρνο.
Οι νοικοκυρές έπαιρναν το «σκωτοπλέμονο». Έτσι έλεγαν τα εντόσθια, τα καθάριζαν με επιμέλεια και τα έπλεναν, για να είναι έτοιμα για τη μαγειρίτσα.
Ο νοικοκύρης του σπιτιού πολύ πρωί πάει στο κοπάδι της οικογένειας και λέει στον τσομπάνη να διαλέξει το καλύτερο αρνί για το Πάσχα.
Έξω από την αυλή ο καθένας σφάζει το δικό του αρνί και το ετοιμάζει για τη σούβλα και για το φούρνο.
Ειδικότερα στο χωριό δεν έψηναν στη σούβλα αλλά μόνο στη γάστρα ή στο φούρνο.
Οι νοικοκυρές έπαιρναν το «σκωτοπλέμονο». Έτσι έλεγαν τα εντόσθια, τα καθάριζαν με επιμέλεια και τα έπλεναν, για να είναι έτοιμα για τη μαγειρίτσα.
Κυριακή του Πάσχα
Η Μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης. Την Πασχαλιάτικη μέρα οι Χριστιανοί τη γιορτάζουν με μεγάλη επισημότητα με κατάνυξη και μεγάλη χαρά.
Και του δικού μας χωριού οι άνθρωποι ζουν έντονα της Πασχαλιάς τη μέρα. Συνυφασμένη αυτή η ημέρα με τη ζωή της Εκκλησίας.
Λίγο πριν τα μεσάνυχτα του Μεγάλου Σαββάτου, στις 11 η ώρα χτυπάει η καμπάνα. Φορούν τα πιο καλά τους ρούχα και με την άσπρη λαμπάδα στο χέρι πηγαίνουν στην Εκκλησία. Με το «Δεύτε λάβετε Φως» ανάβουν τις λαμπάδες και βγαίνουν στο προαύλιο της εκκλησίας όπου θα γίνει η τελετή της Ανάστασης. Από την εξέδρα ο παπάς διαβάζει το Ευαγγέλιο και ψάλλει το «Χριστός Ανέστη». Στο χαρμόσυνο άγγελμα χτυπάει χαρμόσυνα η καμπάνα, οι χριστιανικές οικογένειες αλληλοασπάζονται με ευχές και το γνωστό χαιρετισμό «Χριστός Ανέστη – Αληθώς Ανέστη» που είναι συνήθεια να κρατάει για σαράντα μέρες αντί του «Καλημέρα».
Συνεχίζεται στην Εκκλησία η λειτουργία με τους χαρμόσυνους αναστάσιμους ύμνους. Καθολική είναι η συμμετοχή στη Θεία Μετάληψη. Όλοι μεταλαβαίνουν στη λειτουργία της Ανάστασης.
Στο τέλος της λειτουργία ο παπάς διαβάζει τον ωραιότατο Κατηχητικό Λόγο του Ιωάννη του Χρυσοστόμου «Πλούσιοι και πένητες μετ’ αλλήλων χορεύσατε, εγκρατείς και ράθυμοι την ημέραν τιμήσατε, νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες, ευφράνθητε σήμερον. Η τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες, Ο μόσχος πολύς, μηδείς εξέλθει πεινών».
Μετά τη λειτουργία της Ανάστασης φεύγουν και φτάνουν στο σπίτι λίγο πριν ξημερώσει. Με τη μαγειρίτσα και το τσούγκρισμα των αυγών πέφτουν να κοιμηθούν. Πρέπει λίγο να κοιμηθούν πριν την Ανατολή του Ήλιου γιατί η ημέρα έχει πολλές προετοιμασίες.
Οι νοικοκυρές να ετοιμάσουν φαγητά για το πλούσιο μεησμεριανό πασχαλινό τρπέζι. Οι άνδρες πρέπει να φροντίσουν για το καλό ψήσιμο του αρνιού και μόνο αρνί έτρωγαν την Πασχαλιά, όχι κατσίκι. Από τους άνδρες γινόταν και επισκέψεις σε συγγενικά σπίτια. Άνοιγαν τα σπίτια και χαρούμενοι με κεράσματα και ποτά γιόρταζαν το Πάσχα.
Το σπίτι που έκανε ιδιαίτερη προετοιμασία ήταν το σπίτι που θα δεχθεί τον κουμπάρο με τα «φωτίκια» για τον αναδεξιμιό που έχει μεγαλώσει και θα χαρεί τα καλά ρούχα. Γαλαντόμος ο κουμπάρος έφερνε μαζί του και ένα ζωντανό αρνί. Το χαίρονταν τα παιδιά της οικογενείας και το έβαφαν στην πλάτη με κόκκινη μπογιά από την ίδια που βάφτηκαν τα πασχαλινά αυγά. Το αρνί αυτό το έτρεφαν συνήθως οι μεγάλες κοπέλες, ήταν το μανάρι και το πουλούσαν το Σεπτέμβριο για να αγοράσει η μεγάλη κοπέλα της οικογένειας πράγματα για την προίκα της.
Μετά το πασχαλινό τραπέζι όλοι ντυμένοι με τα καινούργια και τα καλύτερα ρούχα τους πήγαιναν στην Εκκλησία για τη Δεύτερη Ανάσταση. Μερικοί άνδρες με πολύ κέφι και κάτω από την επήρεια του ποτού βοηθούσαν παράφωνα τον ψάλτη. Ένας από τους ύμνους αυτούς έλεγε:
«Ἀναστάσεως ἡμέρα, καὶ λαμπρυνθῶμεν τῇ πανηγύρει, καὶ ἀλλήλους περιπτυξώμεθα. Εἴπωμεν ἀδελφοί, καὶ τοῖς μισοῦσιν ἡμᾶς· Συγχωρήσωμεν πάντα τῇ Ἀναστάσει, καὶ οὕτω βοήσωμεν· Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας, καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι, ζωὴν χαρισάμενος.»
Για αυτό μετά στην αυλή της Εκκλησίας γινόταν η «Αγάπη» με αλληλοασπασμούς και ανταλλαγή ευχών. Μετά την χαρούμενη αυτή τελετή κατέβαιναν όλοι κάτω από την Εκκλησία εκεί που σήμερα είναι η πλατεία του χωριού, πριν αυτή διαμορφωθεί , όπου ήταν ανοιχτός χώρος με πολλά δένδρα. Εκεί πιάναν το πασχαλινό γλέντι μέχρι λίγο πριν βραδιάσει.
Το ίδιο γλέντι γινόταν στον ίδιο χώρο και τη δεύτερη μέρα του Πάσχα. Την Τρίτη της Διακαινησίμου γινόταν λειτουργία στην Αγία Τριάδα και γλέντι μέχρι το μεσημέρι.
Μετά οι νέοι πήγαιναν στον Άγιο Νικόλαο της Δωδώνης που βρίσκεται κοντά στον αρχαιολογικό χώρο. Συγκεντρώνονταν κάτοικοι και από τα τέσσερα χωριά, Δραμεσοί, Δωδώνη, Μαντείο και Μελιγγοί και γλεντούσαν ξεχωριστά με τα δικά τους όργανα.
Και του δικού μας χωριού οι άνθρωποι ζουν έντονα της Πασχαλιάς τη μέρα. Συνυφασμένη αυτή η ημέρα με τη ζωή της Εκκλησίας.
Λίγο πριν τα μεσάνυχτα του Μεγάλου Σαββάτου, στις 11 η ώρα χτυπάει η καμπάνα. Φορούν τα πιο καλά τους ρούχα και με την άσπρη λαμπάδα στο χέρι πηγαίνουν στην Εκκλησία. Με το «Δεύτε λάβετε Φως» ανάβουν τις λαμπάδες και βγαίνουν στο προαύλιο της εκκλησίας όπου θα γίνει η τελετή της Ανάστασης. Από την εξέδρα ο παπάς διαβάζει το Ευαγγέλιο και ψάλλει το «Χριστός Ανέστη». Στο χαρμόσυνο άγγελμα χτυπάει χαρμόσυνα η καμπάνα, οι χριστιανικές οικογένειες αλληλοασπάζονται με ευχές και το γνωστό χαιρετισμό «Χριστός Ανέστη – Αληθώς Ανέστη» που είναι συνήθεια να κρατάει για σαράντα μέρες αντί του «Καλημέρα».
Συνεχίζεται στην Εκκλησία η λειτουργία με τους χαρμόσυνους αναστάσιμους ύμνους. Καθολική είναι η συμμετοχή στη Θεία Μετάληψη. Όλοι μεταλαβαίνουν στη λειτουργία της Ανάστασης.
Στο τέλος της λειτουργία ο παπάς διαβάζει τον ωραιότατο Κατηχητικό Λόγο του Ιωάννη του Χρυσοστόμου «Πλούσιοι και πένητες μετ’ αλλήλων χορεύσατε, εγκρατείς και ράθυμοι την ημέραν τιμήσατε, νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες, ευφράνθητε σήμερον. Η τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες, Ο μόσχος πολύς, μηδείς εξέλθει πεινών».
Μετά τη λειτουργία της Ανάστασης φεύγουν και φτάνουν στο σπίτι λίγο πριν ξημερώσει. Με τη μαγειρίτσα και το τσούγκρισμα των αυγών πέφτουν να κοιμηθούν. Πρέπει λίγο να κοιμηθούν πριν την Ανατολή του Ήλιου γιατί η ημέρα έχει πολλές προετοιμασίες.
Οι νοικοκυρές να ετοιμάσουν φαγητά για το πλούσιο μεησμεριανό πασχαλινό τρπέζι. Οι άνδρες πρέπει να φροντίσουν για το καλό ψήσιμο του αρνιού και μόνο αρνί έτρωγαν την Πασχαλιά, όχι κατσίκι. Από τους άνδρες γινόταν και επισκέψεις σε συγγενικά σπίτια. Άνοιγαν τα σπίτια και χαρούμενοι με κεράσματα και ποτά γιόρταζαν το Πάσχα.
Το σπίτι που έκανε ιδιαίτερη προετοιμασία ήταν το σπίτι που θα δεχθεί τον κουμπάρο με τα «φωτίκια» για τον αναδεξιμιό που έχει μεγαλώσει και θα χαρεί τα καλά ρούχα. Γαλαντόμος ο κουμπάρος έφερνε μαζί του και ένα ζωντανό αρνί. Το χαίρονταν τα παιδιά της οικογενείας και το έβαφαν στην πλάτη με κόκκινη μπογιά από την ίδια που βάφτηκαν τα πασχαλινά αυγά. Το αρνί αυτό το έτρεφαν συνήθως οι μεγάλες κοπέλες, ήταν το μανάρι και το πουλούσαν το Σεπτέμβριο για να αγοράσει η μεγάλη κοπέλα της οικογένειας πράγματα για την προίκα της.
Μετά το πασχαλινό τραπέζι όλοι ντυμένοι με τα καινούργια και τα καλύτερα ρούχα τους πήγαιναν στην Εκκλησία για τη Δεύτερη Ανάσταση. Μερικοί άνδρες με πολύ κέφι και κάτω από την επήρεια του ποτού βοηθούσαν παράφωνα τον ψάλτη. Ένας από τους ύμνους αυτούς έλεγε:
«Ἀναστάσεως ἡμέρα, καὶ λαμπρυνθῶμεν τῇ πανηγύρει, καὶ ἀλλήλους περιπτυξώμεθα. Εἴπωμεν ἀδελφοί, καὶ τοῖς μισοῦσιν ἡμᾶς· Συγχωρήσωμεν πάντα τῇ Ἀναστάσει, καὶ οὕτω βοήσωμεν· Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας, καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι, ζωὴν χαρισάμενος.»
Για αυτό μετά στην αυλή της Εκκλησίας γινόταν η «Αγάπη» με αλληλοασπασμούς και ανταλλαγή ευχών. Μετά την χαρούμενη αυτή τελετή κατέβαιναν όλοι κάτω από την Εκκλησία εκεί που σήμερα είναι η πλατεία του χωριού, πριν αυτή διαμορφωθεί , όπου ήταν ανοιχτός χώρος με πολλά δένδρα. Εκεί πιάναν το πασχαλινό γλέντι μέχρι λίγο πριν βραδιάσει.
Το ίδιο γλέντι γινόταν στον ίδιο χώρο και τη δεύτερη μέρα του Πάσχα. Την Τρίτη της Διακαινησίμου γινόταν λειτουργία στην Αγία Τριάδα και γλέντι μέχρι το μεσημέρι.
Μετά οι νέοι πήγαιναν στον Άγιο Νικόλαο της Δωδώνης που βρίσκεται κοντά στον αρχαιολογικό χώρο. Συγκεντρώνονταν κάτοικοι και από τα τέσσερα χωριά, Δραμεσοί, Δωδώνη, Μαντείο και Μελιγγοί και γλεντούσαν ξεχωριστά με τα δικά τους όργανα.
ΜΑΪΟΣ
Πολλοί σχετίζουν το όνομα του Μάη με το ρήμα «μαγεύω», δεν επιχειρούν γάμους, για να μη «μαγευτούν». Ο λαός πιστεύει, ότι, ειδικά την Πρωτομαγιά πιάνουν τα «μάγια» όλους τους ανθρώπους, γι’αυτό και το τραγούδι λέει:
Γι’αυτό, εξαιτίας αυτής της παραδοχής, ολόκληρος ο μήνας δε θεωρείται καλός για την τέλεση γάμων, γιατί λένε ότι «γάμος μαγιάτικος, πολλά κακά προδίνει».
Γι’αυτό, εξαιτίας αυτής της παραδοχής, ολόκληρος ο μήνας δε θεωρείται καλός για την τέλεση γάμων, γιατί λένε ότι «γάμος μαγιάτικος, πολλά κακά προδίνει».
«Πρωτομαγιά μού’ τά’ριξες τα μάγια και με μάγεψες
και μ’έχεις κάνει σαν τρελό, κόρη, που σέρνεις το χορό».
και μ’έχεις κάνει σαν τρελό, κόρη, που σέρνεις το χορό».
Γι’αυτό, εξαιτίας αυτής της παραδοχής, ολόκληρος ο μήνας δε θεωρείται καλός για την τέλεση γάμων, γιατί λένε ότι «γάμος μαγιάτικος, πολλά κακά προδίνει».
«Ο Κωνσταντίνος ο μικρός κι ο μικροπαντρεμένος
Το Μάη φυτειά εφύτεψε, το Μάη γυναίκα πήρε».
Το Μάη φυτειά εφύτεψε, το Μάη γυναίκα πήρε».
Θερίζονται τα χωράφια που έχουν χορτάρι και τριφύλλι. Μετά συσκευάζονται σε πάλες και μετά μαζεύονται σε ειδικές αποθήκες για τροφές των μεγάλων ζώων το χειμώνα.
Στο χωριό είχε ο καθένας και το δικό του κοπάδι και τον Μάη κούρευαν τα πρόβατα. Ο Μήνας αυτός ήταν η χαρά του βοσκού. Στις πλαγιές και στα λιβάδια είχε άφθονο το χορτάρι και με την καλή και πλούσια τροφή τα πρόβατα είχαν πολύ γάλα. Το απόγευμα που γινόταν το άρμεγμα γέμιζαν τα καρδάρια. Το γάλα το πουλούσαν στο τυροκομείο του χωριού προκειμένου να πάρουν χρήματα, ενώ άλλη ποσότητα μεταφέρονταν στο σπίτι για να γίνουν τυροκομικά προϊόντα για τις ανάγκες του σπιτιού. Η νοικοκυρά του σπιτιού έπρεπε να μεριμνήσει εκτός από το τυρί και το γαλοτύρι και για το βούτυρο. Έβαζε το γάλα στην μπούντα και το χτυπούσε για πολλή ώρα μέ το φορλέτσιο μέχρι να ξεχειλίσει η κρέμα. Στη συνέχεια μάζευαν την κρέμα και με ειδική επεξεργασία αφαίρεσης του νερού έφτιαχναν το βούτυρο. Με το κατάλοιπο της κρέμας έφτιαχναν ένα πολύ νόστιμο φαγητό τη ντάρτη.
Στο χωριό είχε ο καθένας και το δικό του κοπάδι και τον Μάη κούρευαν τα πρόβατα. Ο Μήνας αυτός ήταν η χαρά του βοσκού. Στις πλαγιές και στα λιβάδια είχε άφθονο το χορτάρι και με την καλή και πλούσια τροφή τα πρόβατα είχαν πολύ γάλα. Το απόγευμα που γινόταν το άρμεγμα γέμιζαν τα καρδάρια. Το γάλα το πουλούσαν στο τυροκομείο του χωριού προκειμένου να πάρουν χρήματα, ενώ άλλη ποσότητα μεταφέρονταν στο σπίτι για να γίνουν τυροκομικά προϊόντα για τις ανάγκες του σπιτιού. Η νοικοκυρά του σπιτιού έπρεπε να μεριμνήσει εκτός από το τυρί και το γαλοτύρι και για το βούτυρο. Έβαζε το γάλα στην μπούντα και το χτυπούσε για πολλή ώρα μέ το φορλέτσιο μέχρι να ξεχειλίσει η κρέμα. Στη συνέχεια μάζευαν την κρέμα και με ειδική επεξεργασία αφαίρεσης του νερού έφτιαχναν το βούτυρο. Με το κατάλοιπο της κρέμας έφτιαχναν ένα πολύ νόστιμο φαγητό τη ντάρτη.
Παροιμίες
α. Ζήσε, Μάη μου, να φας τριφύλλι.
β. Λάμϖει ο ήλιος του Μαγιού, τ’Αυγούστου το φεγγάρι.
γ. Όταν έϖρεϖε δεν έβρεχε, κι ο Μάης χαλαζώνει.
δ. Όταν ϖρέϖει, δε χιονίζει και το Μάη δροσολογάει.
ε. Στον καταραμένο τόϖο, μήνα Μάη βρέχει.
στ. Τώρα Μαγιά, τώρα δροσιά, τώρα καλοκαίρι.
α. Ζήσε, Μάη μου, να φας τριφύλλι.
β. Λάμϖει ο ήλιος του Μαγιού, τ’Αυγούστου το φεγγάρι.
γ. Όταν έϖρεϖε δεν έβρεχε, κι ο Μάης χαλαζώνει.
δ. Όταν ϖρέϖει, δε χιονίζει και το Μάη δροσολογάει.
ε. Στον καταραμένο τόϖο, μήνα Μάη βρέχει.
στ. Τώρα Μαγιά, τώρα δροσιά, τώρα καλοκαίρι.
ΙΟΥΝΙΟΣ
Στα παλιότερα χρόνια ο μήνας στα χωριά μας ονομάζονταν ΘΕΡΙΣΤΗΣ γιατί στον μήνα αυτόν γινόταν ο θερισμός των χωραφιών. Τα χωράφια στο χωριό μας ήταν λίγα και μικρά και σε διαφορετικές τοποθεσίες. Δεν υπάρχουν οι μεγάλες προς θερισμό εκτάσεις της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας. Ο θερισμός γινόταν πάντοτε με το παραδοσιακό δρεπάνι.
Οι γυναίκες του κάθε σπιτιού θέριζαν τα δικά τους χωράφια. Άφηναν τα σπίτια και το νοικοκυριό και πήγαιναν στα χωράφια. Καυτός ο ήλιος του Θεριστή κι έπρεπε να γίνει ο θερισμός πριν να (η)λιώσει η Γούβα. Η Γούβα είναι μικρός ορεινός όγκος ανατολικά του χωριού. Για να γυρίσει ο ήλιος από την Ανατολή, μέχρι να φωτιστεί (ηλιώσει) όλος ο ορεινός όγκος περνούσαν αρκετές ώρες. Τις πρωινές αυτές ώρες γινόταν ο θερισμός. Οι θεριστές με τα δρεπάνια έκοβαν τα στάχυα και μετά δένονταν με το ίδιο καλάμι αφήνονταν πάνω στο θερισμένο χωράφι.
Οι γυναίκες του κάθε σπιτιού θέριζαν τα δικά τους χωράφια. Άφηναν τα σπίτια και το νοικοκυριό και πήγαιναν στα χωράφια. Καυτός ο ήλιος του Θεριστή κι έπρεπε να γίνει ο θερισμός πριν να (η)λιώσει η Γούβα. Η Γούβα είναι μικρός ορεινός όγκος ανατολικά του χωριού. Για να γυρίσει ο ήλιος από την Ανατολή, μέχρι να φωτιστεί (ηλιώσει) όλος ο ορεινός όγκος περνούσαν αρκετές ώρες. Τις πρωινές αυτές ώρες γινόταν ο θερισμός. Οι θεριστές με τα δρεπάνια έκοβαν τα στάχυα και μετά δένονταν με το ίδιο καλάμι αφήνονταν πάνω στο θερισμένο χωράφι.
"Υπεύθυνος για να μαζέψει αυτά τα χερόβολα, όπως τα έλεγαν ήταν κάποιοι άντρες της οικογενείας και έκανε μεγάλα δεμάτια. Αυτός μέρες νωρίτερα φρόντιζε να κάνει τα "δεματικά".
Από τη θερισμένη σίκαλη (βρίζα) που έχει μεγάλα αχυρένια καλάμια έπαιρνε μία σκλίζα την έβαζε μέσα σε νερό για να μουσκέψει καλά, ξεχώριζε μισά και μισά τα καλάμια και τα έδεν στην κορυφή με ένα μεγάλο αχυρένιο σκοινί που το έλεγαν "δεματικό". Με το δεματικό γινόταν η συγκέντρωση από το χωράφι των χερόβολων, τα οποία δένονταν μαζί στο φορτίο και μετά φορτώνονταν στο φορτιάρικα ζώα (γαϊδουράκια, μουλάρια και λιγότερο άλογα), ό,τι διέθετε η κάθε οικογένεια. Τα φορτία μεταφέρονταν στο αλώνι και εκεί στοιβάζονταν για το αλώνισμα. Είχε η κάθε οικογένεια το δικό τους αλώνι.
Τον μήνα αυτό φρόντιζαν να μαζέψουν και ρίγανη για το σπίτι. Φύτρωνε σε ρέματα και στις άκρες των χωραφιών και μύριζαν πάρα πολύ. Από τη ρίγανη ονομάστηκε και η γιορτή που γιορτάζεται στις 24 Ιουνίου η γέννηση του Ιωάννη του Προδρόμου. Ονομάζεται "Άγιος Ιωάννης ο Ριγανάς".
Μερικοί τολμηροί έφηβοι και παιδιά, πάντα με παρέα, ανέβαιναν και στην Ολύτσικα για να μαζέψουν το καλό βουνίσιο τσάι της Ολύτσικας
Από τη θερισμένη σίκαλη (βρίζα) που έχει μεγάλα αχυρένια καλάμια έπαιρνε μία σκλίζα την έβαζε μέσα σε νερό για να μουσκέψει καλά, ξεχώριζε μισά και μισά τα καλάμια και τα έδεν στην κορυφή με ένα μεγάλο αχυρένιο σκοινί που το έλεγαν "δεματικό". Με το δεματικό γινόταν η συγκέντρωση από το χωράφι των χερόβολων, τα οποία δένονταν μαζί στο φορτίο και μετά φορτώνονταν στο φορτιάρικα ζώα (γαϊδουράκια, μουλάρια και λιγότερο άλογα), ό,τι διέθετε η κάθε οικογένεια. Τα φορτία μεταφέρονταν στο αλώνι και εκεί στοιβάζονταν για το αλώνισμα. Είχε η κάθε οικογένεια το δικό τους αλώνι.
Τον μήνα αυτό φρόντιζαν να μαζέψουν και ρίγανη για το σπίτι. Φύτρωνε σε ρέματα και στις άκρες των χωραφιών και μύριζαν πάρα πολύ. Από τη ρίγανη ονομάστηκε και η γιορτή που γιορτάζεται στις 24 Ιουνίου η γέννηση του Ιωάννη του Προδρόμου. Ονομάζεται "Άγιος Ιωάννης ο Ριγανάς".
Μερικοί τολμηροί έφηβοι και παιδιά, πάντα με παρέα, ανέβαιναν και στην Ολύτσικα για να μαζέψουν το καλό βουνίσιο τσάι της Ολύτσικας
Παροιμίες
α. Απ’την αρχή του Θεριστή, του δρεϖανιού μας η γιορτή.
β. Απ’το θέρος ώς τις ελιές, δεν απολείπουν οι δουλειές.
γ. Θέρος, τρύγος, πόλεμος.
δ. Το τραγούδι του θεριστή, η χαρά τ’αλωνιστή.
α. Απ’την αρχή του Θεριστή, του δρεϖανιού μας η γιορτή.
β. Απ’το θέρος ώς τις ελιές, δεν απολείπουν οι δουλειές.
γ. Θέρος, τρύγος, πόλεμος.
δ. Το τραγούδι του θεριστή, η χαρά τ’αλωνιστή.
ΙΟΥΛΙΟΣ
Τα παλαιότερα χρόνια, ο μήνας αυτός ονομάζονταν Αλωνάρης, γιατί το μήνα αυτό γίνεται το αλώνισμα (σιτάρι, σίκαλη (βρίζα), κριθάρι, βρώμη). Στα αλώνια υπάρχουνε θημωνιές με τα μεταφερθένταν από τα θερισμένα χωράφια δέματα. Δεν υπήρχαν πολλά προς αλώνισμα δέματα, γι αυτά το αλώνισμα γίνεται μόνο στο αλώνι. Δεν υπάρχουν στα φτωχά μέρη μας αλωνιστικές μηχανές.
Στρώνονται στο αλώνι σε όλη την επιφάνεια αραιά αραιά λυμένα τα χερόβολα. Στο κέντρο του αλωνιού υπήρχε γερά στερεωμένος ένας πάσσαλος . Στον πάσσαλο αυτό δένονταν ένα σχοινί τόσο μεγάλο όσο και η ακτίνα του αλωνιού.
Όσοι είχαν άλογα, αλώνιζαν με τα άλογα. Το σχοινί του πασάλου δένονταν και στο λαιμό του αλόγου. Το άλογο με τη φοβέρα στροφογύριζε σε όλη την έκταση του αλωνιού μέχρι που έφτανε στον κεντρικό πάσσαλο και ξαναγύριζε για να φτάσει στα άκρα. Αυτή η κίνηση επαναλαμβάνονταν και ποδοπατώντας τα χερόβολα έβγαινε ο καρπός και ξεχώριζε το άχυρο.
Βόδια ελάχιστοι χρησιμοποιούσαν. Τα βόδια φαίνεται ότι χρησιμοποιούνταν στις παλαιότερες εποχές. Στην Παλαιά Διαθήκη, στο Δευτερονόμιι αναφέρεται: "Ου φιμώσεις βούν αλοώντα".
Το κύριο αλώνισμα γινόταν με τα δαρτιά. Για να γίνει το δαρτί έκοβαν από τα άφθονα της περιοχής πουρνάρια δύο ίσια ξύλα το ένα πιο χοντρό και το άλλο πιο λεπτό. Αυτά δένονταν το ένα με το άλλο με χοντρά σχοινιά σε κάποια μικρή μεταξύ τους απόσταση.
Στήνονταν δύο τρεις από τη μία πλευρά και άλλοι τόσοι από την άλλη πλευρά. Όταν η μία πλευρά χτυπούσε με το δάρτη τα απλωμένα χερόβολα, η άλλη πλευρά είχαν τα δαρτιά στον αέρα, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται κάποιος συγχρονισμός. Όταν το δαρτί έπεφτε πάνω στα χερόβολα ξεχωρίζονταν ο καρπός από το άχυρο.
Αφού γινόταν το αλώνισμα με τον όποιο τρόπο ο καρπός ήταν μαζί με το άχυρο. Έβγαζαν εύκολα με το δικράνι το άχυρο, το έδεναν σε άλλες και μεταφέρονταν στην αποθήκη για τροφή των μεγάλων ζώων το χειμώνα.
Η κάθε οικογένεια του χωριού έχει το δικό της αλώνι και δίπλα ακριβώς από το αλώνι απαραιτητο κτίσμα είναι ο αχυρώνας. Μετά το αλώνισμα αφαιρούνταν το άχυρο και όπως ήταν χωρίς δεματόσχοινα μεταφέρονταν δίπλα στην αχυρώνα για να χρησιμοποιηθεί για την τροφή των μεγάλων ζώων το χειμώνα. Στο αλώνι έμενε ο καρπός με τα πολύ μικρά άχυρα για να αρχίσει η διαδικασία του λιχνίσματος η οποία ήταν και η πιο δύσκολη.
Με ξύλινο φτυάρι έπαιρναν από το σωρό φτυαριές με τον καρπό αναμεμιγμένο με πολύ μικρά άχυρα. Τα άχυρα αυτά έπρεπε να ξεχωριστούν από τον καρπό με το λίχνισμα. Το λίχνισμα γινόταν όταν το φτυάρι έριχνε τη φτυαριά στον αέρα προκειμένου ο αέρας να ξεχωρίσει τα μικρά κομμάτια άχυρο και έτσι έπεφτε ο καρπός στο αλώνι. Το λίχνισμα γινόταν απογευματινές ώρες για να φυσάει, όσο φυσάει ο αέρας το μήνα Ιούλιο. Και περίμεναν με υπομονή πότε θα φυσήξει έστω και λίγο αεράκι.
Τα αλώνια βρίσκονται στις παρυφές του χωριού ώστε να εκμεταλλεύονται τον αέρα στην κοιλάδα της Δωδώνης. Έβλεπες τα αλώνια στη σειρά από το ένα άκρο του χωριού μέχρι το άλλο.
Των Τολαίων, των Παπαδιαμανταίων, των Μποταίων, των Παυλαίων και των Σουμαλαίων.
Στις 26 του μήνα είναι η γιορτή της Αγίας Παρασκευής. Γιόρταζαν τη γιορτή οι χωριανοί και γλεντούσαν. Ήταν μία μέρα ξεκούρσης από τις δουλειές του θερίσματος και του αλωνίσματος. Στις παρυφές του χωριού η μικρή εκκλησία της Αγίας Παρασκευής γέμιζε από κόσμο και πρόσφεραν στην Αγία Παρασκευή λαμπάδες που τις είχαν αγοράσει από την περίοδο της Ανάστασης. Το γλέντι κρατούσε μέχρι τις απογευματινές ώρες.
Στρώνονται στο αλώνι σε όλη την επιφάνεια αραιά αραιά λυμένα τα χερόβολα. Στο κέντρο του αλωνιού υπήρχε γερά στερεωμένος ένας πάσσαλος . Στον πάσσαλο αυτό δένονταν ένα σχοινί τόσο μεγάλο όσο και η ακτίνα του αλωνιού.
Όσοι είχαν άλογα, αλώνιζαν με τα άλογα. Το σχοινί του πασάλου δένονταν και στο λαιμό του αλόγου. Το άλογο με τη φοβέρα στροφογύριζε σε όλη την έκταση του αλωνιού μέχρι που έφτανε στον κεντρικό πάσσαλο και ξαναγύριζε για να φτάσει στα άκρα. Αυτή η κίνηση επαναλαμβάνονταν και ποδοπατώντας τα χερόβολα έβγαινε ο καρπός και ξεχώριζε το άχυρο.
Βόδια ελάχιστοι χρησιμοποιούσαν. Τα βόδια φαίνεται ότι χρησιμοποιούνταν στις παλαιότερες εποχές. Στην Παλαιά Διαθήκη, στο Δευτερονόμιι αναφέρεται: "Ου φιμώσεις βούν αλοώντα".
Το κύριο αλώνισμα γινόταν με τα δαρτιά. Για να γίνει το δαρτί έκοβαν από τα άφθονα της περιοχής πουρνάρια δύο ίσια ξύλα το ένα πιο χοντρό και το άλλο πιο λεπτό. Αυτά δένονταν το ένα με το άλλο με χοντρά σχοινιά σε κάποια μικρή μεταξύ τους απόσταση.
Στήνονταν δύο τρεις από τη μία πλευρά και άλλοι τόσοι από την άλλη πλευρά. Όταν η μία πλευρά χτυπούσε με το δάρτη τα απλωμένα χερόβολα, η άλλη πλευρά είχαν τα δαρτιά στον αέρα, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται κάποιος συγχρονισμός. Όταν το δαρτί έπεφτε πάνω στα χερόβολα ξεχωρίζονταν ο καρπός από το άχυρο.
Αφού γινόταν το αλώνισμα με τον όποιο τρόπο ο καρπός ήταν μαζί με το άχυρο. Έβγαζαν εύκολα με το δικράνι το άχυρο, το έδεναν σε άλλες και μεταφέρονταν στην αποθήκη για τροφή των μεγάλων ζώων το χειμώνα.
Η κάθε οικογένεια του χωριού έχει το δικό της αλώνι και δίπλα ακριβώς από το αλώνι απαραιτητο κτίσμα είναι ο αχυρώνας. Μετά το αλώνισμα αφαιρούνταν το άχυρο και όπως ήταν χωρίς δεματόσχοινα μεταφέρονταν δίπλα στην αχυρώνα για να χρησιμοποιηθεί για την τροφή των μεγάλων ζώων το χειμώνα. Στο αλώνι έμενε ο καρπός με τα πολύ μικρά άχυρα για να αρχίσει η διαδικασία του λιχνίσματος η οποία ήταν και η πιο δύσκολη.
Με ξύλινο φτυάρι έπαιρναν από το σωρό φτυαριές με τον καρπό αναμεμιγμένο με πολύ μικρά άχυρα. Τα άχυρα αυτά έπρεπε να ξεχωριστούν από τον καρπό με το λίχνισμα. Το λίχνισμα γινόταν όταν το φτυάρι έριχνε τη φτυαριά στον αέρα προκειμένου ο αέρας να ξεχωρίσει τα μικρά κομμάτια άχυρο και έτσι έπεφτε ο καρπός στο αλώνι. Το λίχνισμα γινόταν απογευματινές ώρες για να φυσάει, όσο φυσάει ο αέρας το μήνα Ιούλιο. Και περίμεναν με υπομονή πότε θα φυσήξει έστω και λίγο αεράκι.
Τα αλώνια βρίσκονται στις παρυφές του χωριού ώστε να εκμεταλλεύονται τον αέρα στην κοιλάδα της Δωδώνης. Έβλεπες τα αλώνια στη σειρά από το ένα άκρο του χωριού μέχρι το άλλο.
Των Τολαίων, των Παπαδιαμανταίων, των Μποταίων, των Παυλαίων και των Σουμαλαίων.
Στις 26 του μήνα είναι η γιορτή της Αγίας Παρασκευής. Γιόρταζαν τη γιορτή οι χωριανοί και γλεντούσαν. Ήταν μία μέρα ξεκούρσης από τις δουλειές του θερίσματος και του αλωνίσματος. Στις παρυφές του χωριού η μικρή εκκλησία της Αγίας Παρασκευής γέμιζε από κόσμο και πρόσφεραν στην Αγία Παρασκευή λαμπάδες που τις είχαν αγοράσει από την περίοδο της Ανάστασης. Το γλέντι κρατούσε μέχρι τις απογευματινές ώρες.
Τα αλώνια βρίσκονται στις παρυφές του χωριού ώστε να εκμεταλλεύονται τον αέρα στην κοιλάδα της Δωδώνης. Έβλεπες τα αλώνια στη σειρά από το ένα άκρο του χωριού μέχρι το άλλο.
Των Τολαίων, των Παπαδιαμανταίων, των Μποταίων, των Παυλαίων και των Σουμαλαίων.
Στις 26 του μήνα είναι η γιορτή της Αγίας Παρασκευής. Γιόρταζαν τη γιορτή οι χωριανοί και γλεντούσαν. Ήταν μία μέρα ξεκούρσης από τις δουλειές του θερίσματος και του αλωνίσματος. Στις παρυφές του χωριού η μικρή εκκλησία της Αγίας Παρασκευής γέμιζε από κόσμο και πρόσφεραν στην Αγία Παρασκευή λαμπάδες που τις είχαν αγοράσει από την περίοδο της Ανάστασης. Το γλέντι κρατούσε μέχρι τις απογευματινές ώρες.
Των Τολαίων, των Παπαδιαμανταίων, των Μποταίων, των Παυλαίων και των Σουμαλαίων.
Στις 26 του μήνα είναι η γιορτή της Αγίας Παρασκευής. Γιόρταζαν τη γιορτή οι χωριανοί και γλεντούσαν. Ήταν μία μέρα ξεκούρσης από τις δουλειές του θερίσματος και του αλωνίσματος. Στις παρυφές του χωριού η μικρή εκκλησία της Αγίας Παρασκευής γέμιζε από κόσμο και πρόσφεραν στην Αγία Παρασκευή λαμπάδες που τις είχαν αγοράσει από την περίοδο της Ανάστασης. Το γλέντι κρατούσε μέχρι τις απογευματινές ώρες.
ΣΤΑ ΕΞΙ ΜΑΡΜΑΡΑ, ΣΤΑ ΕΞΙ ΤΑ ΑΛΩΝΙΑ
Κάτω στα έξι μάρμαρα, στα έξι τα αλώνια εκεί λιχνούν οι δώδεκα,
λιχνούν οι δεκαπέντε κ’ η κόρη ξεσκυβάλιζε με το χρυσό ντρεμόνι.
Η μάνα της την έλεγε, η μάνα της τη λέει:
- Φεύγα, κόρη μ’, απ’ τον κουρνιαχτό, φεύγα από τον ήλιο.
- Εγώ τον ήλιο αγαπώ, τον κουρνιαχτό τον θέλω.
Μάνα, τον πρώτο λιχνιστή άντρα θελά τον πάρω…
- Κόρη μου, ο πρώτος λιχνιστής πολλά προικιά γυρεύει,
γυρεύει αμπέλια ατρύγητα μ’ όλους τους τρυγητάδες,
θέλει χωράφια αθέριστα μ’ όλους τους θεριστάδες.
- Κι αν τα γυρεύει, δόστε τα· καλός είναι κι ας τα πάρει.
- Θέλει ζευγάρια τέσσερα μ’ όλους τους ζευγολάτες,
θέλει και γιδοπρόβατα με τους τσοπαναραίους…
- Όλα κι αν θέλει, δόστε τα, καλός είναι κι ας τα πάρει!
Κάτω στα έξι μάρμαρα, στα έξι τα αλώνια εκεί λιχνούν οι δώδεκα,
λιχνούν οι δεκαπέντε κ’ η κόρη ξεσκυβάλιζε με το χρυσό ντρεμόνι.
Η μάνα της την έλεγε, η μάνα της τη λέει:
- Φεύγα, κόρη μ’, απ’ τον κουρνιαχτό, φεύγα από τον ήλιο.
- Εγώ τον ήλιο αγαπώ, τον κουρνιαχτό τον θέλω.
Μάνα, τον πρώτο λιχνιστή άντρα θελά τον πάρω…
- Κόρη μου, ο πρώτος λιχνιστής πολλά προικιά γυρεύει,
γυρεύει αμπέλια ατρύγητα μ’ όλους τους τρυγητάδες,
θέλει χωράφια αθέριστα μ’ όλους τους θεριστάδες.
- Κι αν τα γυρεύει, δόστε τα· καλός είναι κι ας τα πάρει.
- Θέλει ζευγάρια τέσσερα μ’ όλους τους ζευγολάτες,
θέλει και γιδοπρόβατα με τους τσοπαναραίους…
- Όλα κι αν θέλει, δόστε τα, καλός είναι κι ας τα πάρει!
Παροιμίες
α. Αλωνάρη δούλευε, νά’χεις καλό χειμώνα.
β. Κότα πίτα το Γενάρη, κόκορας τον Αλωνάρη.
γ. Χιόνισε μέσα στο Γενάρη, θά’χουμε χαρές τον Αλωνάρη.
α. Αλωνάρη δούλευε, νά’χεις καλό χειμώνα.
β. Κότα πίτα το Γενάρη, κόκορας τον Αλωνάρη.
γ. Χιόνισε μέσα στο Γενάρη, θά’χουμε χαρές τον Αλωνάρη.
ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ
Οι Ρωμαίοι για να τιμήσουν τον αυτοκράτορα Οκταβιανό Αύγουστο, ονόμασαν αυτόν το μήνα Αύγουστο.
Μπαίνοντας ο Αύγουστος οι γεροντότεροι του χωριού ασχολούνταν με τα ημερομήνια. Προέβλεπαν τον καιρό και για τους 12 μήνες του χρόνου. Η κάθε μία από τις πρώτες 12 μέρες του μήνα αντιπροσώπευε κι ένα μήνα αρχής γενομένης από τον Αύγουστο. Παρατηρούσαν από το πρωί μέχρι και αργά το απόγευμα τις μεταβολές του καιρού και οι μεταβολές αυτές των πρώτων ημερών προέβλεπαν τις καιρικές συνθήκες του κάθε μήνα.
Οι πρώτες 15 ημέρες ήταν ημέρες αυστηρής νηστείας για μικρούς και μεγάλους. Νήστευαν πραγματικά, ούτε γάλα, ούτε κρέας.
Ο μήνας αυτός πρόσφερε πολλά αγαθά που βοηθούσαν στη νηστεία. Στα αμπέλια και στις κληματαριές ωρίμαζαν τα σταφύλια. "Τον Μάη τριφύλλι, και τον Αύγουστο σταφύλι". Κηπευτικά προϊόντα, νόστιμες ντομάτες, φρέσκα κρεμμυδάκια, αγγουράκια (καστραβέτσια), καρπούζια (χειμωνικά), πεπόνια, τα οποία ήταν πολύ νόστιμα.
Στις 6 Αυγούστου είναι η γιορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Γιορτάζουν όσοι έχουν το όνομα Σωτήρης. Συνεχίζεται η η αυστηρή νηστεία και επιτρέπεται μόνο η κατάλυση ιχθύος.
Στην Εκκλησία μετά το τέλος της θείας λειτουργίας γίνεται ο αγιασμός των σταφυλιών σε ένα ειδικό πανέρι κατάλληλα συσκευασμένα. Οι Χριστιανοί μαζί με το αντίδωρο έπαιρναν αγιασμένο σταφύλιο.
Μπαίνοντας ο Αύγουστος οι γεροντότεροι του χωριού ασχολούνταν με τα ημερομήνια. Προέβλεπαν τον καιρό και για τους 12 μήνες του χρόνου. Η κάθε μία από τις πρώτες 12 μέρες του μήνα αντιπροσώπευε κι ένα μήνα αρχής γενομένης από τον Αύγουστο. Παρατηρούσαν από το πρωί μέχρι και αργά το απόγευμα τις μεταβολές του καιρού και οι μεταβολές αυτές των πρώτων ημερών προέβλεπαν τις καιρικές συνθήκες του κάθε μήνα.
Οι πρώτες 15 ημέρες ήταν ημέρες αυστηρής νηστείας για μικρούς και μεγάλους. Νήστευαν πραγματικά, ούτε γάλα, ούτε κρέας.
Ο μήνας αυτός πρόσφερε πολλά αγαθά που βοηθούσαν στη νηστεία. Στα αμπέλια και στις κληματαριές ωρίμαζαν τα σταφύλια. "Τον Μάη τριφύλλι, και τον Αύγουστο σταφύλι". Κηπευτικά προϊόντα, νόστιμες ντομάτες, φρέσκα κρεμμυδάκια, αγγουράκια (καστραβέτσια), καρπούζια (χειμωνικά), πεπόνια, τα οποία ήταν πολύ νόστιμα.
Στις 6 Αυγούστου είναι η γιορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Γιορτάζουν όσοι έχουν το όνομα Σωτήρης. Συνεχίζεται η η αυστηρή νηστεία και επιτρέπεται μόνο η κατάλυση ιχθύος.
Στην Εκκλησία μετά το τέλος της θείας λειτουργίας γίνεται ο αγιασμός των σταφυλιών σε ένα ειδικό πανέρι κατάλληλα συσκευασμένα. Οι Χριστιανοί μαζί με το αντίδωρο έπαιρναν αγιασμένο σταφύλιο.
Δεῦτε τοῦ καινοῦ
τῆς ἀμπέλου γεννήματος,
τῆς θείας εὐφροσύνης,
ἐν τῇ εὐσήμῳ ἡμέρᾳ τῆς ἐγέρσεως,
βασιλείας τε Χριστοῦ κοινωνήσωμεν,
ὑμνοῦντες αὐτόν,
ὡς Θεόν εἰς τούς αἰῶνας.
τῆς ἀμπέλου γεννήματος,
τῆς θείας εὐφροσύνης,
ἐν τῇ εὐσήμῳ ἡμέρᾳ τῆς ἐγέρσεως,
βασιλείας τε Χριστοῦ κοινωνήσωμεν,
ὑμνοῦντες αὐτόν,
ὡς Θεόν εἰς τούς αἰῶνας.
Στις 15 Αυγούστου γιορτάζεται η Κοίμιση της Θεοτόκου και εορτάζουν όσοι έχουν το όνομα Μαρία. Ο λαός ονομάζει αυτήν την ημέρα "Πάσχα του Καλοκαιριού". Στο χωριό μας ο εκκλησιασμός γίνεται στην Εκκλησία της Παναγίας. Γεμίζει η εκκλησία από τους πιστούς που ανηφορίζουν με τα καλά τους τα ρούχα για να πάνε να εκκλησιαστούν και να μεταλάβουν.
Μερικοί νέοι εκκλησιάζονται στην εκκλησία της Παναγίας που βρίσκεται στην κορυφή του βουνού Ολύτσικα. Αυτοί περηφανεύονταν και έλεγαν "Εμείς θα πάμε στην Παναγία την Τσαρκοβισνί. Η εκκλησία αυτή ανήκε στην Δωδώνη η οποία τα παλαιά χρόνια λέγονταν Τσαρκοβίστα. Δύσκολο το ανέβασμα στην Ολύτσικα. Ξεκινούσαν το απόγευμα της παραμονής και ξενυχτούσαν κοντά στην εκκλησία. Μικρή η εκκλησία χτισμένη ανάμεσα στους βράχους.
Μερικοί νέοι εκκλησιάζονται στην εκκλησία της Παναγίας που βρίσκεται στην κορυφή του βουνού Ολύτσικα. Αυτοί περηφανεύονταν και έλεγαν "Εμείς θα πάμε στην Παναγία την Τσαρκοβισνί. Η εκκλησία αυτή ανήκε στην Δωδώνη η οποία τα παλαιά χρόνια λέγονταν Τσαρκοβίστα. Δύσκολο το ανέβασμα στην Ολύτσικα. Ξεκινούσαν το απόγευμα της παραμονής και ξενυχτούσαν κοντά στην εκκλησία. Μικρή η εκκλησία χτισμένη ανάμεσα στους βράχους.
Εις το βουνό ψηλά εκεί
είν’ εκκλησιά ερημική,
το σήμαντρό της δε χτυπά,
δεν έχει ψάλτη, ουδέ παπά.
Ένα καντήλι θαμπερό
και έναν πέτρινο σταυρό
έχει στολίδι μοναχό
το εκκλησάκι το φτωχό.
Αλλ’ ο διαβάτης σαν περνά
στέκεται και το προσκυνά
και με ευλάβεια πολλή
τον άσπρο του σταυρό φιλεί.
Επάνω στο σταυρό εκεί
είναι εικόνα μυστική,
μ’ αίμα την έγραψε ο Θεός
και τη λατρεύει ο λαός.
είν’ εκκλησιά ερημική,
το σήμαντρό της δε χτυπά,
δεν έχει ψάλτη, ουδέ παπά.
Ένα καντήλι θαμπερό
και έναν πέτρινο σταυρό
έχει στολίδι μοναχό
το εκκλησάκι το φτωχό.
Αλλ’ ο διαβάτης σαν περνά
στέκεται και το προσκυνά
και με ευλάβεια πολλή
τον άσπρο του σταυρό φιλεί.
Επάνω στο σταυρό εκεί
είναι εικόνα μυστική,
μ’ αίμα την έγραψε ο Θεός
και τη λατρεύει ο λαός.
Στις 29 Αυγούστου εορτάζεται η γιορτή του αποκεφαλισμού του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου με αυστηρή νηστεία. Αποφεύγονταν λαχανικά και φρούτα που είχαν κόκκινο χρώμα (καρπούζι και ντομάτα). Οι εργαζόμενοι έπαιρναν τον Αύγουστο και την άδειά τους. Υπάρχουν γιορτινές μέρες με πανηγύρια. Γι αυτό ο λαός έλεγε "Αύγουστε καλέ μου νά σουν δυό φορές το χρόνο".
Τον μήνα αυτό επίσης όλοι φρόντιζαν να κάνουν τραχανά. Είναι το κλασικό πρωϊνό φαγητό του χειμώνα. Όλον τον μήνα μαζεύουν το πρόβειο γάλα που τον μήνα αυτό είναι πολύ λίγο, αλλά πολύ παχύ. Στον μύλο αλέθονταν στο σιτάρι ειδικά για το τραχανά. Το συγκεντρωμένο γάλα γίνεται νόστιμο ξινόγαλο. Το ξινόγαλο με το σταρένιο αλεύρι ζυμώνεται στη σκάφη και γίνεται ένα μεγάλο ζυμωμμένο κομμάτι. Από το κομμάτι αυτό κόβονται μικρά κομμάτια και τοποθετούνται σε καθαρά άσπρα σεντόνια απλωμένα στον ήλιο. Το απόγευμα, αφού ξεραθούν συγκεντρώνονται σε μεγάλα σκαφίδια που έγινε η ζύμωση και εκεί τα μέλη του σπιτιούν τρίβουν τα ξεραμένα κομμάτια σε ψιλούς ψιλούς κόκκους τους οποίους και πάλι απλώνανε για να ξεραθεί καλά. Στη συνέχεια τον μαζεύανε κι έτσι γίνονταν ο τραχανάς της οικογένειας.
Τον μήνα αυτό επίσης όλοι φρόντιζαν να κάνουν τραχανά. Είναι το κλασικό πρωϊνό φαγητό του χειμώνα. Όλον τον μήνα μαζεύουν το πρόβειο γάλα που τον μήνα αυτό είναι πολύ λίγο, αλλά πολύ παχύ. Στον μύλο αλέθονταν στο σιτάρι ειδικά για το τραχανά. Το συγκεντρωμένο γάλα γίνεται νόστιμο ξινόγαλο. Το ξινόγαλο με το σταρένιο αλεύρι ζυμώνεται στη σκάφη και γίνεται ένα μεγάλο ζυμωμμένο κομμάτι. Από το κομμάτι αυτό κόβονται μικρά κομμάτια και τοποθετούνται σε καθαρά άσπρα σεντόνια απλωμένα στον ήλιο. Το απόγευμα, αφού ξεραθούν συγκεντρώνονται σε μεγάλα σκαφίδια που έγινε η ζύμωση και εκεί τα μέλη του σπιτιούν τρίβουν τα ξεραμένα κομμάτια σε ψιλούς ψιλούς κόκκους τους οποίους και πάλι απλώνανε για να ξεραθεί καλά. Στη συνέχεια τον μαζεύανε κι έτσι γίνονταν ο τραχανάς της οικογένειας.
Παροιμίες:
α. Από Μάρτη καλοκαίρι κι από Αύγουστο χειμώνα.
β. Ήρθε ο Αύγουστος, πάρε την κάπα σου.
γ. Κάθε πράμα στον καιρό του κι ο κολιός τον Αύγουστο.
δ. Λάμπει ο ήλιος του Μαγιού, τ’Αυγούστου το φεγγάρι.
α. Από Μάρτη καλοκαίρι κι από Αύγουστο χειμώνα.
β. Ήρθε ο Αύγουστος, πάρε την κάπα σου.
γ. Κάθε πράμα στον καιρό του κι ο κολιός τον Αύγουστο.
δ. Λάμπει ο ήλιος του Μαγιού, τ’Αυγούστου το φεγγάρι.
ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ
Ο Σεπτέμβρης είναι και ο πρώτος μήνας του εκκλησιαστικού έτους. Είναι και ο πρώτος μήνας του Φθινοπώρου. Στις 23 του μήνα υπάρχει η Φθινοπωρινή Ισημερία.
Τα παλαιότερα χρόνια ο μήνας ονομάζονταν "Τρυγητής" γιατί το μήνα αυτό τρυγούσαν τα αμπέλια. Ωριμάζουν τα τα σταφύλια και γίνεται ο τρύγος. Η ημέρα του τρύγου ήταν η μεγάλη χαρά του αμπελουργού, γιατί έβλεπε ότι δεν πήγαν χαμένοι οι κόποι του κι είχε πολλούς κόπους το αμπέλι.
Τα παλαιότερα χρόνια ο μήνας ονομάζονταν "Τρυγητής" γιατί το μήνα αυτό τρυγούσαν τα αμπέλια. Ωριμάζουν τα τα σταφύλια και γίνεται ο τρύγος. Η ημέρα του τρύγου ήταν η μεγάλη χαρά του αμπελουργού, γιατί έβλεπε ότι δεν πήγαν χαμένοι οι κόποι του κι είχε πολλούς κόπους το αμπέλι.
"Αμπέλι μου πλατύφυλλο και κοντοκλαδεμένο
για’ δεν ανθείς, για’ δεν καρπείς, σταφύλια για’ δεν κάνεις
με χρέωσες παλιάμπελο και θέλ’ να σε πουλήσω
Μη με πουλάς αφέντη μου κι εγώ σε ξεχρεώνω
για βάλε νιους και σκάψε με, γέρους και κλάδεψέ με
και κοριτσάκια ανύπαντρα να με κορφολογούνε
Βάλε κορίτσια όμορφα να πάρουν τον καρπό μου"
για’ δεν ανθείς, για’ δεν καρπείς, σταφύλια για’ δεν κάνεις
με χρέωσες παλιάμπελο και θέλ’ να σε πουλήσω
Μη με πουλάς αφέντη μου κι εγώ σε ξεχρεώνω
για βάλε νιους και σκάψε με, γέρους και κλάδεψέ με
και κοριτσάκια ανύπαντρα να με κορφολογούνε
Βάλε κορίτσια όμορφα να πάρουν τον καρπό μου"
Στο χωριό υπήρχαν πολλά αμπέλια. Δυστυχώς σήμερα δεν υπάρχει ούτε ένα αμπέλι. Έφυγαν οι νέοι και δεν υπάρχουν εργατικά χέρια.
Στις 8 του Σεπτέμβρη στη γιορτή της Γεννήσεως της Θεοτόκου το χωριό γιόρταζε το πανηγύρι του. Στο χωριό από μέρες γίνονταν οι απαραίτητες προετοιμασίες, όπως ο καθαρισμός του σπιτιού και τα απαραίτητα ψώνια από τα Γιάννινα καθώς και εδέσματα για την ευχαρίστηση των φιλοξενουμένων.
Την ημέρα αυτή στενοί συγγενείς και φίλοι που βρίσκονταν σε άλλα χωριά έρχονταν στο σόι τους. Ήταν μία ευκαιρία για να ανταμώσουν. Έρχονταν το βράδυ της προηγούμενης με το άλογο στολισμένο στο σαμάρι του με το καλύτερο υφαντό κιλίμι. Έπρεπε ο νοικοκύρης να φροντίσει για το κατάλυμα και το σανό του αλόγου.
Το πρωί ο εκκλησιασμός γινόταν στην ιστορική παλιά εκκλησία της Γεννήσεως της Θεοτόκου. Πολύς κόσμος, χωριανοί και επισκέπτες μετά το τέλος της θείας λειτουργίας έξω από την Εκκλησία, παρακολουθούσαν τον πανηγυρικό αγιασμό. Ο πρόεδρος του χωριού ανακοίνωνε και τους ευεργέτες του χωριού. Μετά τη δοξολογία όλοι κατευθύνονταν στον όμορφο κατάφυτο χώρο έξω από την Εκκλησία, όπου υπήρχαν τοπικοί οργανοπαίχτες έπαιζαν μουσική. Το μεσημέρι έφευγαν οι καλεσμένοι στα σπίτια για το οικογενειακό τραπέζι. Το απόγευμα συνεχίζονταν το γλέντι στην αυλή του δημοτικού σχολείου μέχρι τις βραδυνές ώρες. Στην αυλή του δημοτικού σχολείου συνεχίζονταν το γλέντι και την δεύτερη μέρα μέχρι το απόγευμα οπότε και έφευγαν ευχαριστημένοι οι ξένοι επισκέπτες.
14 Σεπτεμβρίου εορτάζεται η Ύψωσις του Τιμίου Σταυρού. Στην εκκλησία μαζί με το αντίδωρο ο Ιερέας δίνει και βασιλικό. Κατά την παράδοση μετά τη Σταύρωση του Χριστού, το Σταυρό τον έριξαν σε μία χωματερή. Πάνω από το Σταυρό φύτρωσε βασιλικός. Η Αγία Ελένη μητέρα του Μεγάλου Κωνστανίνου πήγε στην Ιερουσαλήμ ψάχνοντας να βρει τον Τίμιο Σταυρό και όταν έσκαψε στο μέρος που ήταν ο βασιλικός βρήκε τον Τίμιο Σταυρό. Την ημέρα αυτή είναι Μεγάλη Νηστεία.
Στις 25 Σεπτεμβρίου είναι η γιορτή της Αγίας Ευφροσύνης. Το χωριό τιμά ιδιαίτερα αυτή τη γιορτή γιατί την Αγία την θεωρεί προστάτη και βοηθό. Στην εκκλησία των Αγίων Αναργύρων φυλάσσεται εντός αργυρής θήκης η κάρα της Αγίας Ευφροσύνης, ευλαβές προσκύνημα και καύχημα σεβάσμιο των κατοίκων του χωριού.
Στις 8 του Σεπτέμβρη στη γιορτή της Γεννήσεως της Θεοτόκου το χωριό γιόρταζε το πανηγύρι του. Στο χωριό από μέρες γίνονταν οι απαραίτητες προετοιμασίες, όπως ο καθαρισμός του σπιτιού και τα απαραίτητα ψώνια από τα Γιάννινα καθώς και εδέσματα για την ευχαρίστηση των φιλοξενουμένων.
Την ημέρα αυτή στενοί συγγενείς και φίλοι που βρίσκονταν σε άλλα χωριά έρχονταν στο σόι τους. Ήταν μία ευκαιρία για να ανταμώσουν. Έρχονταν το βράδυ της προηγούμενης με το άλογο στολισμένο στο σαμάρι του με το καλύτερο υφαντό κιλίμι. Έπρεπε ο νοικοκύρης να φροντίσει για το κατάλυμα και το σανό του αλόγου.
Το πρωί ο εκκλησιασμός γινόταν στην ιστορική παλιά εκκλησία της Γεννήσεως της Θεοτόκου. Πολύς κόσμος, χωριανοί και επισκέπτες μετά το τέλος της θείας λειτουργίας έξω από την Εκκλησία, παρακολουθούσαν τον πανηγυρικό αγιασμό. Ο πρόεδρος του χωριού ανακοίνωνε και τους ευεργέτες του χωριού. Μετά τη δοξολογία όλοι κατευθύνονταν στον όμορφο κατάφυτο χώρο έξω από την Εκκλησία, όπου υπήρχαν τοπικοί οργανοπαίχτες έπαιζαν μουσική. Το μεσημέρι έφευγαν οι καλεσμένοι στα σπίτια για το οικογενειακό τραπέζι. Το απόγευμα συνεχίζονταν το γλέντι στην αυλή του δημοτικού σχολείου μέχρι τις βραδυνές ώρες. Στην αυλή του δημοτικού σχολείου συνεχίζονταν το γλέντι και την δεύτερη μέρα μέχρι το απόγευμα οπότε και έφευγαν ευχαριστημένοι οι ξένοι επισκέπτες.
14 Σεπτεμβρίου εορτάζεται η Ύψωσις του Τιμίου Σταυρού. Στην εκκλησία μαζί με το αντίδωρο ο Ιερέας δίνει και βασιλικό. Κατά την παράδοση μετά τη Σταύρωση του Χριστού, το Σταυρό τον έριξαν σε μία χωματερή. Πάνω από το Σταυρό φύτρωσε βασιλικός. Η Αγία Ελένη μητέρα του Μεγάλου Κωνστανίνου πήγε στην Ιερουσαλήμ ψάχνοντας να βρει τον Τίμιο Σταυρό και όταν έσκαψε στο μέρος που ήταν ο βασιλικός βρήκε τον Τίμιο Σταυρό. Την ημέρα αυτή είναι Μεγάλη Νηστεία.
Στις 25 Σεπτεμβρίου είναι η γιορτή της Αγίας Ευφροσύνης. Το χωριό τιμά ιδιαίτερα αυτή τη γιορτή γιατί την Αγία την θεωρεί προστάτη και βοηθό. Στην εκκλησία των Αγίων Αναργύρων φυλάσσεται εντός αργυρής θήκης η κάρα της Αγίας Ευφροσύνης, ευλαβές προσκύνημα και καύχημα σεβάσμιο των κατοίκων του χωριού.
Στις αγροτικές εργασίες οι κάτοικοι άρχισαν να μαζεύουν τα καλαμπόκια από ξερικά και ποτιστικά στα Βρυσερά. Τα καλαμπόκια μαζεύονταν στο σπίτι στο μεγάλο δωμάτιο (στον οντά). Σωρός τα καλαμπόκια και έπρεπε να ξεφλουδιστούν, να γίνει ο ξέφλος όπως έλεγαν στα Γιάννενα και αυτό ήταν μία δύσκολη σχετικά διαδικασία. Η νοικοκυρά του σπιτιού καλούσε νέους και νέες για να βοηθήσουν στον ξέφλο. Όλοι αποδέχονταν την πρόσκληση γιατί ήταν μία πολύ καλή ευκαιρία για να ανταμώσουν. Και η νοικοκυρά φρόντιζε αργά το βράδυ που τελείωνε ο ξέφλος να παραθέσει πολύ καλό τραπέζι. Με αστεία και τραγούδια περνούσε όμορφα η βραδιά. Αν σπάνια βρίσκονταν κάποιο κόκκινο στάχυ από κάποιον αυτός θεωρούνταν ο τυχερός της βραδιάς. Όταν τελείωνε ο ξέφλος, χαιρετούσαν και έφευγαν όλοι ευχαριστημένοι.
Παροιμίες:
α. Δόξα νά’χεις, Τρυγητή μου, είδα εγώ την προκοπή μου.
β. Τον Τρυγητή τ’αμπελουργού πάνε χαλάλι οι κόποι.
γ. Το Σεπτέμβρη τα σταφύλια, τον Οχτώβρη τα κουδούνια.
δ. Του Σταυρού σταύρωνε και σπέρνε.
α. Δόξα νά’χεις, Τρυγητή μου, είδα εγώ την προκοπή μου.
β. Τον Τρυγητή τ’αμπελουργού πάνε χαλάλι οι κόποι.
γ. Το Σεπτέμβρη τα σταφύλια, τον Οχτώβρη τα κουδούνια.
δ. Του Σταυρού σταύρωνε και σπέρνε.
ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ
Ο μήνας Οκτώβριος στα παλαιότερα χρόνια ονομάζονταν ΑΗ ΔΗΜΗΤΡΗΣ. Οι χωριανοί έδιναν ονόματα στους στους μήνες ανάλογα με τον Άγιο γιόρταζε.
Ακόμα και τα χρυσάνθεμα που ανθίζουν τον Οκτώβριο τα ονόμαζαν δημητριάτικα.
Στις 26 του μήνα είναι η γιορτή του Αγίου Δημητρίου.
Στο χωριό μας είναι κτισμένη μικρή αλλά πολύ καλα διατηρημένη η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, η οποία βρίσκεται στην κορυφή του χωριού, στους πρόποδες του βουνού σε μία πολύ ωραία τοποθεσία ανάμεσα σε ψηλά αειθαλή δένδρα. Τον υπαίθριο αυτό χώρο τον αξιοποίησε και η Δασική Υπηρεσία.
Ανήμερα στη γιορτή του Αγίου ανηφόριζαν οι χωριανοί και εκκλησιάζονταν στον Αη Δημήτρη. Πολύς ο κόσμος και δεν τους χωρούσε όμως η μικρή εκκλησία και αρκετοί παρακολουθούσαν τη λειτουργία έξω. Στον εξωτερικό χώρο ο παπάς στο τέλος της λειτουργίας διάβαζε και τα υψώματα (πρόσφορα) των εορταζόντων Δημήτρηδων.
Πιό πέρα στην ίδια πάντα θέση κάθε χρόνο στη γιορτή του Αγίου Δημητρίου ένας συμπαθής κάτοικος του χωριού πουλούσε ζεστά βρασμένα κάστανα. Το χωριό έχει αρκετές καστανιές. Στο δρόμο που οδηγεί στο Σχολείο στην κεντρική βρύση του χωριού υπάρχουν πέντε καστανιές βακούφικες (βακούφικες = εκκλησιαστικής ιδιοκτησίες). Υπάρχουν μέχρι και σήμερα πολύ γέρικες. Στις παρυφές του χωριού υπήρχε και μία πολύ μεγάλη σε ύψος καστανιά (βλ την παλαιά φωτογραφία που ακολουθεί)
Ακόμα και τα χρυσάνθεμα που ανθίζουν τον Οκτώβριο τα ονόμαζαν δημητριάτικα.
Στις 26 του μήνα είναι η γιορτή του Αγίου Δημητρίου.
Στο χωριό μας είναι κτισμένη μικρή αλλά πολύ καλα διατηρημένη η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, η οποία βρίσκεται στην κορυφή του χωριού, στους πρόποδες του βουνού σε μία πολύ ωραία τοποθεσία ανάμεσα σε ψηλά αειθαλή δένδρα. Τον υπαίθριο αυτό χώρο τον αξιοποίησε και η Δασική Υπηρεσία.
Ανήμερα στη γιορτή του Αγίου ανηφόριζαν οι χωριανοί και εκκλησιάζονταν στον Αη Δημήτρη. Πολύς ο κόσμος και δεν τους χωρούσε όμως η μικρή εκκλησία και αρκετοί παρακολουθούσαν τη λειτουργία έξω. Στον εξωτερικό χώρο ο παπάς στο τέλος της λειτουργίας διάβαζε και τα υψώματα (πρόσφορα) των εορταζόντων Δημήτρηδων.
Πιό πέρα στην ίδια πάντα θέση κάθε χρόνο στη γιορτή του Αγίου Δημητρίου ένας συμπαθής κάτοικος του χωριού πουλούσε ζεστά βρασμένα κάστανα. Το χωριό έχει αρκετές καστανιές. Στο δρόμο που οδηγεί στο Σχολείο στην κεντρική βρύση του χωριού υπάρχουν πέντε καστανιές βακούφικες (βακούφικες = εκκλησιαστικής ιδιοκτησίες). Υπάρχουν μέχρι και σήμερα πολύ γέρικες. Στις παρυφές του χωριού υπήρχε και μία πολύ μεγάλη σε ύψος καστανιά (βλ την παλαιά φωτογραφία που ακολουθεί)
Οι ευχές στους Δημήτρηδες συνεχίζονταν με επισκέψεις στα σπίτια τους.
Οι αγαπημένες γιορτές των χωρικών ήταν αυτές των Αγίων Δημητρίου και Αγίου Γεωργίου στις 26 Οκτωβρίου και 23 Απριλίου.Την ημέρα της εορτής του Αγίου Δημητρίου συνηθίζονταν να γίνεται η συμφωνία μίσθωσης μεταξύ του βοσκού με τον κτηνοτρόφο - ιδιοκτήτη του κοπαδιού, η οποία ήταν εξάμηνη.
Όσο ο καιρός ήταν ακόμη καλός και πριν αρχίσουν τα πρωτοβρόχια έκαναν τις απαραίτητες εργασίες για το χειμώνα. Οι προμήθειες καυσόξυλων γινόταν σε σπίτια, καλύβες και σταύλους.
Σε συγκεντρώσεις οικογενειακών φίλων έβγαζαν τα φυλαγμένα στέμφυλα από το πάτημα των σταφυλιών και με το αποστακτήριο (καζάνι) έβγαζαν το τσίπουρο και ήταν τσίπουρο πολύ νόστιμο, χωρίς γλυκάνισο. Κάποιοι προχωρούσαν και στη διπλή απόσταξη για να παράξουν τσίπουρο που είχε περισσότερους βαθμούς αλκοόλ.
Οι αγαπημένες γιορτές των χωρικών ήταν αυτές των Αγίων Δημητρίου και Αγίου Γεωργίου στις 26 Οκτωβρίου και 23 Απριλίου.Την ημέρα της εορτής του Αγίου Δημητρίου συνηθίζονταν να γίνεται η συμφωνία μίσθωσης μεταξύ του βοσκού με τον κτηνοτρόφο - ιδιοκτήτη του κοπαδιού, η οποία ήταν εξάμηνη.
Όσο ο καιρός ήταν ακόμη καλός και πριν αρχίσουν τα πρωτοβρόχια έκαναν τις απαραίτητες εργασίες για το χειμώνα. Οι προμήθειες καυσόξυλων γινόταν σε σπίτια, καλύβες και σταύλους.
Σε συγκεντρώσεις οικογενειακών φίλων έβγαζαν τα φυλαγμένα στέμφυλα από το πάτημα των σταφυλιών και με το αποστακτήριο (καζάνι) έβγαζαν το τσίπουρο και ήταν τσίπουρο πολύ νόστιμο, χωρίς γλυκάνισο. Κάποιοι προχωρούσαν και στη διπλή απόσταξη για να παράξουν τσίπουρο που είχε περισσότερους βαθμούς αλκοόλ.
Παροιμίες:
α. Οχτώβρη και δεν έσπειρες, λίγο καρϖό θα ϖάρεις.
β. Όϖοιος σπέρνει τον Οκτώβρη, έχει οχτώ σειρές στ’αλώνι.
α. Οχτώβρη και δεν έσπειρες, λίγο καρϖό θα ϖάρεις.
β. Όϖοιος σπέρνει τον Οκτώβρη, έχει οχτώ σειρές στ’αλώνι.
ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ
Ο Νοέμβριος παλαιότερα στη γλώσσα των χωρικών ονομάζονταν ΤΑΞΑΡΧΗΣ λόγω της γιορτής των Ταξιαρχών.
Ο μήνας έχει πολλές γιορτές.
Την 1η Νοεμβρίου είναι η γιορτή των Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού, γιατροί που δεν αμοίβονταν (εξ ου και Ανάργυροι) είναι θαυματουργοί Άγιοι. Στο χωριό στη μνήμη των Αγίων υπάρχει ο Καθεδρικός Ναός.
Στις 8 Νοεμβρίου είναι η γιορτή των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ.
Στις 9 Νοεμβρίου είναι η γιορτή του Αγίου Νεκταρίου επισκόπου Πενταπόλεως.
Στις 14 Νεομβρίου είναι η γιορτή του Αγίου Φιλίππου. Από τη γιορτή αυτή άρχιζε η νηστεία όλο το σαρανταήμερο μέχρι τα Χριστούγεννα. Πριν αρχίσει η νηστεία είχαν την Αποκριά Ταξιάρχη. Συνήθιζαν να σφάζουν την πιο γερασμένη προβατίνα (τζόκος).
Στις 21 Νοεμβρίου είναι τα Εισόδια της Θεοτόκου. Στο χωριό την λέγαν η γιορτή της Παναγοπούλας γιατί η Θεοτόκος Μαρία ήταν μικρή που εισήλθε στο Ναό.
Η Παναγία ονομαζόταν και Πολυσπορίτισα, γιατί τον μήνα αυτό γίνεται η σπορά και οι σπόροι θα πέσουν για να ξαναφυτρώσουν και να δώσουν τη νέα σοδειά.
Γι αυτό σε όλα τα σπίτια ήταν έθιμο να βράζουν τα μπόλια. Σε μία μεγάλη κατσαρόλα (κακάβα) έβαζαν να βράζουν σπόροι από σιτάρι, καλαμπόκι και όλοκηρο στάχυ, φασόλια και ρεβύθια. Και ήταν όλα μαζί ένα καλό έδεσμα.
Ο μήνας τελειώνει με τη γιορτή στις 30 Νοεμβρίου του Αποστόλου Ανδρέα.
Τον μήνα αυτό γίνεται η σπορά κυρίως δημητριακών (κυρίως σιτάρι, και σίκαλη, και λιγότερο κριθάρι και βρώμη). Ο σπόρος που θα έπεφτε στη γη, έπρεπε να απολυμανθεί για να μην τον πάρουν τα μυρμήγκια. Για το λόγο αυτό γινόταν απολύμανση με γαλαζόπετρα. Στη σπορά και στον σπόρο αναφέρεται με ωραία διδακτική παραβολή και ο Ιησούς Χριστός με την παραβολή του καλού σπορέως, η οποία αρχίζει ως εξής με τα ωραία σε παρήχηση λόγια "᾿Εξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τὸν σπόρον αὐτοῦ." (Λουκᾶ η΄5-15).
Ο μήνας έχει πολλές γιορτές.
Την 1η Νοεμβρίου είναι η γιορτή των Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού, γιατροί που δεν αμοίβονταν (εξ ου και Ανάργυροι) είναι θαυματουργοί Άγιοι. Στο χωριό στη μνήμη των Αγίων υπάρχει ο Καθεδρικός Ναός.
Στις 8 Νοεμβρίου είναι η γιορτή των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ.
Στις 9 Νοεμβρίου είναι η γιορτή του Αγίου Νεκταρίου επισκόπου Πενταπόλεως.
Στις 14 Νεομβρίου είναι η γιορτή του Αγίου Φιλίππου. Από τη γιορτή αυτή άρχιζε η νηστεία όλο το σαρανταήμερο μέχρι τα Χριστούγεννα. Πριν αρχίσει η νηστεία είχαν την Αποκριά Ταξιάρχη. Συνήθιζαν να σφάζουν την πιο γερασμένη προβατίνα (τζόκος).
Στις 21 Νοεμβρίου είναι τα Εισόδια της Θεοτόκου. Στο χωριό την λέγαν η γιορτή της Παναγοπούλας γιατί η Θεοτόκος Μαρία ήταν μικρή που εισήλθε στο Ναό.
Η Παναγία ονομαζόταν και Πολυσπορίτισα, γιατί τον μήνα αυτό γίνεται η σπορά και οι σπόροι θα πέσουν για να ξαναφυτρώσουν και να δώσουν τη νέα σοδειά.
Γι αυτό σε όλα τα σπίτια ήταν έθιμο να βράζουν τα μπόλια. Σε μία μεγάλη κατσαρόλα (κακάβα) έβαζαν να βράζουν σπόροι από σιτάρι, καλαμπόκι και όλοκηρο στάχυ, φασόλια και ρεβύθια. Και ήταν όλα μαζί ένα καλό έδεσμα.
Ο μήνας τελειώνει με τη γιορτή στις 30 Νοεμβρίου του Αποστόλου Ανδρέα.
Τον μήνα αυτό γίνεται η σπορά κυρίως δημητριακών (κυρίως σιτάρι, και σίκαλη, και λιγότερο κριθάρι και βρώμη). Ο σπόρος που θα έπεφτε στη γη, έπρεπε να απολυμανθεί για να μην τον πάρουν τα μυρμήγκια. Για το λόγο αυτό γινόταν απολύμανση με γαλαζόπετρα. Στη σπορά και στον σπόρο αναφέρεται με ωραία διδακτική παραβολή και ο Ιησούς Χριστός με την παραβολή του καλού σπορέως, η οποία αρχίζει ως εξής με τα ωραία σε παρήχηση λόγια "᾿Εξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τὸν σπόρον αὐτοῦ." (Λουκᾶ η΄5-15).
|
Τον μήνα αυτό γίνεται η σπορά κυρίως δημητριακών (κυρίως σιτάρι, και σίκαλη, και λιγότερο κριθάρι και βρώμη). Ο σπόρος που θα έπεφτε στη γη, έπρεπε να απολυμανθεί για να μην τον πάρουν τα μυρμήγκια. Για το λόγο αυτό γινόταν απολύμανση με γαλαζόπετρα. Στη σπορά και στον σπόρο αναφέρεται με ωραία διδακτική παραβολή και ο Ιησούς Χριστός με την παραβολή του καλού σπορέως, η οποία αρχίζει ως εξής με τα ωραία σε παρήχηση λόγια "᾿Εξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τὸν σπόρον αὐτοῦ." (Λουκᾶ η΄5-15).
Το ξυλάλετρο, γνωστό και ως «ησιόδειο άροτρο», είναι το παραδοσιακό εργαλείο οργώματος που παρέμεινε σχεδόν αναλλοίωτο από την εποχή του Ησιόδου. Κατασκευασμένο κυρίως από γερό ξύλο πουρναριού, αποτελείται από το κουντούρι με τη χειρολάβα και την αλετροπόδα, το σιδερένιο υνί που σχίζει το χώμα, το στιβάρι και τον ζυγό που το συνδέουν με τα βόδια. Τα σκιαδούκλια και οι ζεύλες προστάτευαν και συγκρατούσαν τον ζυγό στον λαιμό των ζώων, ενώ με τη βουκέντρα ο ζευγολάτης — με φειδώ, αν ήταν πονόψυχος — κέντριζε τα βόδια να προχωρήσουν. Μετά το όργωμα και τη σπορά ακολουθούσε το σβάρνισμα: η σβάρνα, συρόμενη από τα βόδια με τον ζευγολάτη (και συχνά τα χαρούμενα παιδιά του) επάνω της, έσπαζε τους σβώλους, ισοπέδωνε το χωράφι και σκέπαζε τους σπόρους. Το όργωμα συμπλήρωναν βοηθητικά εργαλεία όπως οι τσάπες, τα δικέλλια, οι κασμάδες και οι αξίνες. Η εργασία είναι πολύ κοπιαστική όλη την ημέρα και το απόγευμα γυρνούσαν στο χωριό κατάκοποι. |
Ο Ηπειρώτης ποιητής Κώστας Κρυστάλλης βαθύς γνώστης της αγροτικής ζωής γράφει για το γυρισμό, το παρακάτω ωραίο ποίημα με τίτλο "Ηλιοβασίλεμα":
Απ’ όξω, από τα οργώματα, γυρνούνε οι ζευγολάτες,
ηλιοκαμένοι, ξέκοποι, βουβοί, αποκαρωμένοι,
με τους ζυγούς, με τα βαριά τ’ αλέτρια φορτωμένοι,
και σαλαγούν από μπροστά τα δυο καματερά τους,
τρανά, στεφανοκέρατα, κοιλάτα, με μακριά τραχηλιά τραχηλάτα,
«Oώ! φωνάζοντας, οώ! Μελισσηνέ, Λαμπίρη»·
κι αργά τα βόδια περπατούν και πού και πού μουγκρίζουν.
Παροιμίες:
α. Η πούλια βασιλεύοντας κι ο καλός ο γεωργός αποσπέρνοντας.
β. Όταν έρθει ο Νοέμβρης, σιγομπαίνει ο Χειμώνας.
γ. Το Νοέμβρη και Δεκέμβρη φύτευε καταβολάδες.
ηλιοκαμένοι, ξέκοποι, βουβοί, αποκαρωμένοι,
με τους ζυγούς, με τα βαριά τ’ αλέτρια φορτωμένοι,
και σαλαγούν από μπροστά τα δυο καματερά τους,
τρανά, στεφανοκέρατα, κοιλάτα, με μακριά τραχηλιά τραχηλάτα,
«Oώ! φωνάζοντας, οώ! Μελισσηνέ, Λαμπίρη»·
κι αργά τα βόδια περπατούν και πού και πού μουγκρίζουν.
Παροιμίες:
α. Η πούλια βασιλεύοντας κι ο καλός ο γεωργός αποσπέρνοντας.
β. Όταν έρθει ο Νοέμβρης, σιγομπαίνει ο Χειμώνας.
γ. Το Νοέμβρη και Δεκέμβρη φύτευε καταβολάδες.
ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ
Ο μήνας Δεκέμβριος είναι ο τελευταίος μήνας του χρόνου και ο πρώτος μήνας του Χειμώνα. Είναι ο μήνας που έχει πολλές γιορτές. Στις 4 Δεκεμβρίου είναι η γιορτή της Αγίας Βαρβάρας. Στις 5 Δεκεμβρίου είναι η γιορτή του Αγίου Σάββα, στις 6 δεκεμβρίου είναι η γιορτή του Αγίου Νικολάου.
Στις πρώτες μέρες του Χειμώνα δυναμώνει το κρύο. Πέφτουν και τα πρώτα χιόνια.
Ο λαός αναφέρει σχετικά "Τα άσπρισε τα γένια του ο Άγιος Νικόλαος", "Η Βαρβάρα βαρβαρώνει, ο Σάββας σαβανώνει και ο Αι Νικόλας παραχώνει".
Στις 12 του μηνός είναι η γιορτή του Αγίου Σπυρίδωνος. Ο λαός λέει ότι "σπυρί - σπυρί μεγαλώνει η ημέρα".
Στις 25 Δεκεμβρίου γιορτάζεται η γέννηση του Χριστού. Είναι τα Χριστούγεννα μεγάλη γιορτή που γιορτάζεται από όλο τον απανταχού της γης Χριστιανικό κόσμο. Παλιότερα στο χωριό γιορτάζονταν τα Χριστούγεννα με πολύ χιόνι και χιονισμένες οι στέγες των σπιτιών
Στις πρώτες μέρες του Χειμώνα δυναμώνει το κρύο. Πέφτουν και τα πρώτα χιόνια.
Ο λαός αναφέρει σχετικά "Τα άσπρισε τα γένια του ο Άγιος Νικόλαος", "Η Βαρβάρα βαρβαρώνει, ο Σάββας σαβανώνει και ο Αι Νικόλας παραχώνει".
Στις 12 του μηνός είναι η γιορτή του Αγίου Σπυρίδωνος. Ο λαός λέει ότι "σπυρί - σπυρί μεγαλώνει η ημέρα".
Στις 25 Δεκεμβρίου γιορτάζεται η γέννηση του Χριστού. Είναι τα Χριστούγεννα μεγάλη γιορτή που γιορτάζεται από όλο τον απανταχού της γης Χριστιανικό κόσμο. Παλιότερα στο χωριό γιορτάζονταν τα Χριστούγεννα με πολύ χιόνι και χιονισμένες οι στέγες των σπιτιών
Χιόνια στο καμπαναριό,
που χριστούγεννα σημαίνει.
Χιόνια στο καμπαναριό,
ξύπνησε όλο το χωριό.
Κι όλοι παν στην εκκλησιά
το Χριστό να προσκυνήσουν.
που χριστούγεννα σημαίνει.
Χιόνια στο καμπαναριό,
ξύπνησε όλο το χωριό.
Κι όλοι παν στην εκκλησιά
το Χριστό να προσκυνήσουν.
Στις 21 Δεκεμβρίου ο ήλιος εισέρχεται στο Χειμερινό Ηλιοστάσιο και τότε η νύκτα έχει τη μεγαλύτερη διάρκεια. Στην παραμονή της Ημέρας των Χριστουγέννων στο σπίτι το τζάκι έκαιγε με πολλή φωτιά με ξερά ξύλα που τα προμηθεύονταν από πολλά μέρη. Επάνω στη γερή φωτιά έβαζαν την τρίποδη πυροστιά και επάνω στην πυροστιά μία μαύρη πέτρινη πυρίμαχη πλάκα με λεία επιφάνεια. Εκεί πάνω απλώναν πολύ αραιό σιταρένιο ζυμάρι σε όλο το μήκος της πλάκας χρησιμοποιώντας το βεργί. Το φύλλο ψήνεται από τη μία μεριά και το γυρίζουν και από την άλλη. Έτσι γίνεται το ψημένο φύλλο και χρησιμοποιείται για να γίνει το Χριστουγεννιάτικο γλυκό. Σε ένα ταψί απλώνεται το πρώτο φύλλο και ρίχνουν από πάνω σπαστά καρύδια. Το ίδιο κάνουν και με τα άλλα φύλλα και στο τέλος βράζουν πολύ ζεματιστό νερό με διαλυμένο μέλι και το ρίχνουν πάνω στα φύλλα του ταψιού. Έτσι γίνεται το Χριστουγεννιάτιο γλυκό και λένε ότι τα φύλλα αναπαριστούν τα σπάργανα του Χριστού.
Μετά το βράδυ των Χριστουγέννων και μέχρι την Παραμονή των Φώτων αρχίζει το 12ήμερο. Κοντά στο τζάκι η γιαγιά μιλούσε στα εγγόνια για νεράϊδες και καλικάντζαρους. Έλεγε:
"Πάνω στο χωριό στα αλώνια χόρευαν και τραγουδούσαν οι νεράϊδες".
Κάποιο βράδυ οι νεράιδες ανέβηκαν και στα πρώτα σπίτια του χωριού. Σε ένα σπίτι φώναζαν τη νοικοκυρά να βγει έξω "Βαϊτσα, ε Βαϊτσα" ξύπνα είναι ώρα, για να πάμε να μαζέψουμε ζαλίκια και ξύλα. Και ξύπνησε η Βαϊτσα και βγήκε έξω και σαν την αντίκρυσαν οι νεράϊδες άρχισαν να γελούν. Κατάλαβε η Βαϊτσα και φοβισμένη γύρισε στο σπίτι.
Για τους καλικάντζαρους έλεγαν ότι βρίσκονται όλοι μαζί στις Λακκογρούβες σε ένα βαθύ ρέμα δίπλα στο χωριό.
Κάποτε κάποιος στο χωριό μέρα μεσημέρι περπατούσε μέσα στη χωραφιά χωρίς εμπόδια έσπασε χωρίς λόγο το πόδι του. Έλεγαν ότι πάτησε πάνω σε τραπέζι Σαταναραίων. Κατά τη λαϊκή παράδοση οι καλικάντζαροι παρουσιάζονται κατά τις νυκτερινές ώρες του 12ήμερου από την παραμονή των Χριστουγέννων μέχρι την ημέρα των Φώτων.
Όλο αυτό το χρονικό διάστημα πριονίζουν το δέντρο που στηρίζεται η γη. Κι ενώ βρίσκονται στα τελειώματα παρουσιάζεται την ημέρα των Φώτων ο παπάς με την αγιαστούρα. Μόλις βλέπουν τον παπά φοβούνται, παρατάνε το πριόνισμα και φεύγουν. Και η ίδια διαδικασία επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο.
Στις 22 του μηνός είναι η γιορτή του πρωτομάρτυρα Αγίου Στεφάνου, και γιορτάζουν όσοι έχουν το όνομα Στέφανος. Χριστούγεννα γιορτάζουν και στις δύο μέρες. Την πρώτη μέρα γιορτάζουν την ονομαστική τους γιορτή όσοι έχουν το όνομα Χρήστος και τη δεύτερη μέρα όσοι έχουν το όνομα Μανώλης.
Στις 25 Δεκεμβρίσου εορτάζεται η Γέννηση του Χριστού. Μεγάλη γιορτή για τη Χριστιανοσύνη, γι αυτό εορτάζεται με λαμπρότητα από όλον τον χριστιανικό κόσμο με φωταγωγημένες πόλεις και Χριστουγεννιάτικα στολισμένα δένδρα.
Και οι Χριστουγεννιάτικοι ύμνοι της ημέρας είναι δοξαστικοί.
Μετά το βράδυ των Χριστουγέννων και μέχρι την Παραμονή των Φώτων αρχίζει το 12ήμερο. Κοντά στο τζάκι η γιαγιά μιλούσε στα εγγόνια για νεράϊδες και καλικάντζαρους. Έλεγε:
"Πάνω στο χωριό στα αλώνια χόρευαν και τραγουδούσαν οι νεράϊδες".
Κάποιο βράδυ οι νεράιδες ανέβηκαν και στα πρώτα σπίτια του χωριού. Σε ένα σπίτι φώναζαν τη νοικοκυρά να βγει έξω "Βαϊτσα, ε Βαϊτσα" ξύπνα είναι ώρα, για να πάμε να μαζέψουμε ζαλίκια και ξύλα. Και ξύπνησε η Βαϊτσα και βγήκε έξω και σαν την αντίκρυσαν οι νεράϊδες άρχισαν να γελούν. Κατάλαβε η Βαϊτσα και φοβισμένη γύρισε στο σπίτι.
Για τους καλικάντζαρους έλεγαν ότι βρίσκονται όλοι μαζί στις Λακκογρούβες σε ένα βαθύ ρέμα δίπλα στο χωριό.
Κάποτε κάποιος στο χωριό μέρα μεσημέρι περπατούσε μέσα στη χωραφιά χωρίς εμπόδια έσπασε χωρίς λόγο το πόδι του. Έλεγαν ότι πάτησε πάνω σε τραπέζι Σαταναραίων. Κατά τη λαϊκή παράδοση οι καλικάντζαροι παρουσιάζονται κατά τις νυκτερινές ώρες του 12ήμερου από την παραμονή των Χριστουγέννων μέχρι την ημέρα των Φώτων.
Όλο αυτό το χρονικό διάστημα πριονίζουν το δέντρο που στηρίζεται η γη. Κι ενώ βρίσκονται στα τελειώματα παρουσιάζεται την ημέρα των Φώτων ο παπάς με την αγιαστούρα. Μόλις βλέπουν τον παπά φοβούνται, παρατάνε το πριόνισμα και φεύγουν. Και η ίδια διαδικασία επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο.
Στις 22 του μηνός είναι η γιορτή του πρωτομάρτυρα Αγίου Στεφάνου, και γιορτάζουν όσοι έχουν το όνομα Στέφανος. Χριστούγεννα γιορτάζουν και στις δύο μέρες. Την πρώτη μέρα γιορτάζουν την ονομαστική τους γιορτή όσοι έχουν το όνομα Χρήστος και τη δεύτερη μέρα όσοι έχουν το όνομα Μανώλης.
Στις 25 Δεκεμβρίσου εορτάζεται η Γέννηση του Χριστού. Μεγάλη γιορτή για τη Χριστιανοσύνη, γι αυτό εορτάζεται με λαμπρότητα από όλον τον χριστιανικό κόσμο με φωταγωγημένες πόλεις και Χριστουγεννιάτικα στολισμένα δένδρα.
Και οι Χριστουγεννιάτικοι ύμνοι της ημέρας είναι δοξαστικοί.
Χριστὸς γεννᾶται· δοξάσατε.
Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν· ἀπαντήσατε.
Χριστὸς ἐπὶ γῆς· ὑψώθητε.
ᾌσατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ,
καὶ ἐν εὐφροσύνῃ, ἀνυμνήσατε λαοί·
ὅτι δεδόξασται.
Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός·
ἀκολουθήσωμεν λοιπόν, ἔνθα ὁδεύει ὁ ἀστήρ,
μετὰ τῶν Μάγων Ἀνατολῆς τῶν βασιλέων.
Ἄγγελοι ὑμνοῦσιν, ἀκαταπαύστως ἐκεῖ.
Ποιμένες ἀγραυλοῦσιν, ᾠδὴν ἐπάξιον,
Δόξα ἐν ὑψίστοις λέγοντες,
τῷ σήμερον ἐν Σπηλαίῳ τεχθέντι,
ἐκ τῆς Παρθένου, καὶ Θεοτόκου, ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας.
Και τα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα μας πληροφορούν:
Χριστός γεννάται σήμερον,
εν Βηθλεέμ τη πόλει,
οι ουρανοί αγάλλονται,
χαίρει η φύσις όλη.
Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν· ἀπαντήσατε.
Χριστὸς ἐπὶ γῆς· ὑψώθητε.
ᾌσατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ,
καὶ ἐν εὐφροσύνῃ, ἀνυμνήσατε λαοί·
ὅτι δεδόξασται.
Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός·
ἀκολουθήσωμεν λοιπόν, ἔνθα ὁδεύει ὁ ἀστήρ,
μετὰ τῶν Μάγων Ἀνατολῆς τῶν βασιλέων.
Ἄγγελοι ὑμνοῦσιν, ἀκαταπαύστως ἐκεῖ.
Ποιμένες ἀγραυλοῦσιν, ᾠδὴν ἐπάξιον,
Δόξα ἐν ὑψίστοις λέγοντες,
τῷ σήμερον ἐν Σπηλαίῳ τεχθέντι,
ἐκ τῆς Παρθένου, καὶ Θεοτόκου, ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας.
Και τα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα μας πληροφορούν:
Χριστός γεννάται σήμερον,
εν Βηθλεέμ τη πόλει,
οι ουρανοί αγάλλονται,
χαίρει η φύσις όλη.
ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ
Σήμερα στον αρχαιολογικό χώρο δεσπόζει το αρχαίο θέατρο 28000 θέσεων, που είναι το μεγαλύτερο στην Ελλάδα.
Ιδιαίτερα θαυμαστή είναι η ακουστική του θεάτρου. Οι πρόγονοί μας επέλεγαν με προσοχή τους χώρους που δημιουργούσαν αρχαία κτίσματα. Από τα βουνά που πίστευαν ότι κατοικεί ο Δίας έριχνε κεραυνούς στην κοιλάδα της Δωδώνης. Ο αέρας από την κοιλάδα της Δωδώνης έφτανε κατευθείαν στις κερκίδες των θεατών προσδίδοντας αυτήν την περίφημη ακουστική στο χώρο.
Στο θέατρο της Δωδώνης, κάθε χρόνο τον μήνα Αύγουστο ανεβάζοντας αρχαίες τραγωδίες από το εθνικό θέατρο με σπουδαίους ερμηνευτές.
Στο Θέατρο της Δωδώνης έχουν παίξει ο Αλέξης Μινωτής και η Κατίνα Παξινού, ο Θάνος Κωτσόπουλος, η Άννα Συνοδινού, ο Θύμιος Καρακατσάνης και άλλοι σπουδαίοι ερμηνευτές. Η πρώτη παράσταση του 1960 ήταν οι «Φοίνισσαι» του Ευριπίδη και σε αυτήν έπαιξαν μεταξύ άλλων οι προαναφερθέντες ηθοποιοί Αλέξης Μινωτής και Κατίνα Παξινού, καθώς και ο Θάνος Κωτσόπουλος στο ρόλο του Κρέοντα.
Η προσέλευση του κόσμου από όλη την Ελλάδα, αλλά και τις γύρω περιοχές ήταν μεγαλειώδης γεμίζοντας τόσο τις κερκίδες όσο και το χώρο πάνω από το θέατρο.
Ιδιαίτερα θαυμαστή είναι η ακουστική του θεάτρου. Οι πρόγονοί μας επέλεγαν με προσοχή τους χώρους που δημιουργούσαν αρχαία κτίσματα. Από τα βουνά που πίστευαν ότι κατοικεί ο Δίας έριχνε κεραυνούς στην κοιλάδα της Δωδώνης. Ο αέρας από την κοιλάδα της Δωδώνης έφτανε κατευθείαν στις κερκίδες των θεατών προσδίδοντας αυτήν την περίφημη ακουστική στο χώρο.
Στο θέατρο της Δωδώνης, κάθε χρόνο τον μήνα Αύγουστο ανεβάζοντας αρχαίες τραγωδίες από το εθνικό θέατρο με σπουδαίους ερμηνευτές.
Στο Θέατρο της Δωδώνης έχουν παίξει ο Αλέξης Μινωτής και η Κατίνα Παξινού, ο Θάνος Κωτσόπουλος, η Άννα Συνοδινού, ο Θύμιος Καρακατσάνης και άλλοι σπουδαίοι ερμηνευτές. Η πρώτη παράσταση του 1960 ήταν οι «Φοίνισσαι» του Ευριπίδη και σε αυτήν έπαιξαν μεταξύ άλλων οι προαναφερθέντες ηθοποιοί Αλέξης Μινωτής και Κατίνα Παξινού, καθώς και ο Θάνος Κωτσόπουλος στο ρόλο του Κρέοντα.
Η προσέλευση του κόσμου από όλη την Ελλάδα, αλλά και τις γύρω περιοχές ήταν μεγαλειώδης γεμίζοντας τόσο τις κερκίδες όσο και το χώρο πάνω από το θέατρο.
Πολιτιστικό Κέντρο Δραμεσών
Η Κοινότητα στερούνταν πολιτιστικού κέντρου. Οι συνεδριάσεις γίνονταν σε ένα παλαιό κτήριο το οποίο χρησιμοποιούνταν ως σχολείο για ένα διάστημα. Γι αυτό οι κάτοικοι αποφάσισαν να κτίσουν ένα σύγχρονο πολιτιστικό κέντρο στην πλατεία του χωριού.
Επί προεδρίας Ευαγγέλου Κέκκου και συγκεκριμένα το 1973 χτίστηκε με τη συνδρομή των εμπειροτεχνών Νικολάου Παπαδιαμάντη και Αναστασίου Τόλη το πολιτιστικό κέντρο του χωριού (απεικονίζονται στην συνέχεια με τη σειρά που αναφέρονται).
Επί προεδρίας Ευαγγέλου Κέκκου και συγκεκριμένα το 1973 χτίστηκε με τη συνδρομή των εμπειροτεχνών Νικολάου Παπαδιαμάντη και Αναστασίου Τόλη το πολιτιστικό κέντρο του χωριού (απεικονίζονται στην συνέχεια με τη σειρά που αναφέρονται).
Ευάγγελος Κέκκος
Νικόλαος Παπαδιαμάντης
Αναστάσιος Τόλης
Στο Ισόγειο υπάρχουν δύο αίθουσες για τις διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις και μικρή αίθουσα για το κυλικείο.
Στον 1ο όροφο υπάρχουν δύο αίθουσες η μία είναι το γραφείο του προέδρου της Κοινότητας μαζί με το αρχείο.
Στην άλλη αίθουσα υπάρχει κοινοτική βιβλιοθήκη με πολλά βιβλία παιδικής λογοτεχνίας και πολλές άλλες πολύτιμες εκδόσεις.
Εξωτερικά στην πλατεία υπάρχει ειδικά διαμορφωμένος χώρος για τις εξωτερικές πολιτιστικές εκδηλώσεις
Πέριξ της πλατείας υπάρχουν αμφιθεατρικά πέτρινες κερκίδες για να κάθονται οι θεατές.
Απέναντι από τις κερκίδες υπάρχει ειδικός χώρος για πρόβες δοκιμές και παραστάσεις
Στην είσοδο της πλατείας υπάρχει ένα όμορφο πέτρινο παρεκκλήσι αφιερωμένο στους Αγίους Αναργύρους
Στον 1ο όροφο υπάρχουν δύο αίθουσες η μία είναι το γραφείο του προέδρου της Κοινότητας μαζί με το αρχείο.
Στην άλλη αίθουσα υπάρχει κοινοτική βιβλιοθήκη με πολλά βιβλία παιδικής λογοτεχνίας και πολλές άλλες πολύτιμες εκδόσεις.
Εξωτερικά στην πλατεία υπάρχει ειδικά διαμορφωμένος χώρος για τις εξωτερικές πολιτιστικές εκδηλώσεις
Πέριξ της πλατείας υπάρχουν αμφιθεατρικά πέτρινες κερκίδες για να κάθονται οι θεατές.
Απέναντι από τις κερκίδες υπάρχει ειδικός χώρος για πρόβες δοκιμές και παραστάσεις
Στην είσοδο της πλατείας υπάρχει ένα όμορφο πέτρινο παρεκκλήσι αφιερωμένο στους Αγίους Αναργύρους
Δίπλα από το πολιτιστικό κέντρο υπάρχει παραδοσιακή βρύση με πέτρινη λεκάνη, την οποία την έκτισε με προσωπικές δαπάνες η οικογένεια του Περικλή Δημητρίου.
Περικλής Δημητρίου
Σε παρακείμενο τέλος σημείο υπάρχει και εκκλησάκι αφιερωμένο στους Αγίους Αναργύρους
Site powered by Weebly. Managed by Pointer Internet Solutions