ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΔΡΑΜΕΣΟΙ - ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ - ΙΣΤΟΡΙΑ - ΔΙΟΙΚ&Eta

Πολιτισμικά Στοιχεία

ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ - ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ
Η παράδοση αναφέρει ότι τον παλιό καιρό το χωριό μας ήταν χτισμένο στη θέση Παλιοχώρι, όπου βρίσκονται και ερείπια παλιών κτισμάτων. Επειδή οι κάτοικοι έκαναν πολλές αμαρτίες, γι αυτό άρχισαν να βγαίνουν πολλά φίδια. Ο χώρος είναι πράγματι, πολύ ξηρός, άγονος και πετρώδης και σήμερα ακόμη εκεί, όπως και σε άλλα μέρη, υπάρχουν πολλά φίδια. Οι κάτοικοι, αν υπήρχε εκεί οικισμός, αναγκάστηκαν να τον εγκαταλείψουν και να μεταφέρουν το χωριό στη σημερινή του τοποθεσία περισσότερο από την έλλειψη νερού και όχι τόσο από τα φίδια

Άλλη παράδοση που ακούγεται στο χωριό είναι για το «Σκαφίδι της Δράκαινας». Μολογάνε ότι η Δράκαινα ήταν μυθική γυναίκα με υπερφυσική δύναμη και ένα μεγάλο στήθος (Μονοβύζα). Μάλωσε με κάποια άλλη Δράκαινα που βρίσκονταν ακριβώς απέναντι στην Ολύτσικα, στην κορυφή Κουζουντά (ονομασία πιθανώς Τουρκική kuzüm onta). Επειδή θύμωσε πολύ μαζί της, της πέταξε από εκεί επάνω τον κόπανο που έπλενε τα ρούχα και της έσπασε, σε δυο κομμάτια, το μεγάλο πέτρινο σκαφίδι της.

Πραγματικά, δυο μεγάλα πέτρινα λαξευμένα κομμάτια βρίσκονται ανάμεσα σε πολλές πέτρες, πολύ κοντά στη μικρή εκκλησία του Αη-Γιώργη της Κοπίνιανης. Ο Απόστολος Παπαθεοδώρου δίνει την εξής πιθανή εξήγηση: «Ίσως είναι Κουρίτα (σκάφη λιθίνη) κάποιας παλαιοτέρας πηγής ή άλλου τρόπου υδρεύσεως και λόγω του μεγέθους και του σχήματος επλάσθη η παράδοσις αύτη, η οποία ανήκει εις τον κύκλον παραδόσεων περί Δρακαινών και Μονοβυζών». Ο δε Παύλος Γκαλντέμης, από πληροφορίες αρχαιολόγου, δίνει διαφορετική εξήγηση: «Πρόκειται για αρχαία σαρκοφάγο, για πέτρινο μνήμα δηλαδή. Εκεί, λοιπόν, βρισκόταν αρχαίος τάφος και πιθανόν η αρχαιολογική σκαπάνη ν’ αποκάλυπτε κι άλλους ή η σαρκοφάγος να λαξεύτηκε εκεί, για να μεταφερθεί στην κοντινή Δωδώνη, αλλά έσπασε κι αχρηστεύτηκε».

Και μια τρίτη παράδοση αναφέρει, ότι στην τοποθεσία Βλησίδια, κοντά στην Αγία Παρασκευή, τα παλιά χρόνια, έθαψαν έναν πολύ πλούσιο μαζί με το μεγάλο θησαυρό του. Αυτό το πληροφορήθηκε κάποιος ληστής, νύχτα πήγε κι έσκαψε, πήρε το θησαυρό και τον φόρτωσε στο άλογό του. Και για να παραπλανήσει τους διώχτες του, σε περίπτωση που θα γίνονταν αντιληπτός, καλίγωσε το άλογό του ανάποδα, ώστε τα σημάδια από τα πέταλα να δείχνουν αντίθετη κατεύθυνση. Έτσι, διηγούνται στο χωριό, έγινε η κλοπή του μεγάλου θησαυρού. Πάντως στη μάντρα στα Βλησίδια, ανάμεσα σε μερικές βελανιδιές (δέντρα), υπάρχουν μέχρι σήμερα πάνω σε μια ενιαία μεγάλη πέτρα (πλακαριά) τρεις λαξευμένοι τάφοι, που προφανώς θα ανήκαν σε κάποια παλιά πλούσια οικογένεια. Αλλά και η ονομασία Βλησίδια, έχει, οπωσδήποτε, σχέση με τον κλεμμένο θησαυρό.

Πέρα από τις όποιες παραδόσεις, γεγονός είναι ότι ο χώρος αυτός παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον για την αρχαιολογική σκαπάνη. Ένας χώρος που αξίζει ιδιαίτερα να ασχοληθεί η Αρχαιολογική Υπηρεσία, είναι ο χώρος που βρίσκεται γύρω από τη μικρή εκκλησία της Αγίας Τριάδας, που χτίστηκε στα ερείπια μεγάλου βυζαντινού ναού. Στο χώρο αυτό από παλιότερα οι κάτοικοι του χωριού, γίνονταν άθελά τους αρχαιολόγοι, όταν έσκαβαν να βρουν κεραμίδια για τους φούρνους που έχτιζαν. Εκτός από κεραμίδια έβρισκαν και άλλα αντικείμενα, κυρίως κεραμικά είδη. Υπάρχει και η παράδοση, ότι στη μεγάλη βυζαντινή εκκλησία γίνονταν στέψεις βυζαντινών αυτοκρατόρων. Αν μπορεί να υπάρχει κάποια αλήθεια πίσω απ’ αυτή την παράδοση, κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβαίνει στους μεταβυζαντινούς χρόνους και κυρίως στην εποχή του Δεσποτάτου της Ηπείρου (1204-1261) όχι για στέψη, για διέλευση ίσως, κάποιου βυζαντινού αυτοκράτορα.

Θρησκεία

Από τα παλαιότερα χρόνια μέχρι και σήμερα υπήρχε έντονα ανεπτυγμένο τους κατοίκους του χωριού το θρησκευτικό συναίσθημα.
Εκδήλωση αυτού του θρησκευτικού συναισθήματος είναι και η ανέγερση πολλών εκκλησιών. Υπάρχουν και σώζονται ανακαινισμένες πολλές μικρές εκκλησίες. Περιφερειακά του χωριού υπάρχουν οι εκκλησίες:
Άγιος Δημήτριος, Αγία Τριάδα, Άγιος Γεώργιος (Τροπαιοφόρος), Άγιος Γεράσιμος, Άγιος Παντελεήμονας, Αγία Παρασκευή και Άγιος Αθανάσιος.
Στο κέντρο του χωριού υπάρχουν
Η Ιερά Μονή Γεννήσεως της Θεοτόκου (Παναγία των Δραμεσών) χτίστηκε το 1664. Υπήρξε Ιστορικό Μοναστηρι με μεγάλη προσφορά στα ζοφερά μαύρα χρόνια της Τουρκοκρατίας και με το Μοναστηριακό (Κρυφό) Σχολειό πρόσφερε παιδεία στο δουλωμένο Γένος. Η Εκκλησία της Παναγίας πανηγυρίζει στις 8 Σεπτεμβρίου στο γενέθλιο της Παναγίας.

Απολυτίκιο Αγίας Ευφροσύνης
«Εν τη ασκήσει το θήλυ εκάλυψας, εν τη κοιμήσει τους πάντας εξέπληξας, Ευφροσύνη, αθλήσασα ανδρικώς νεάνις ούσα λαμπρά, και ταις πρεσβείαις ταις των κινδύνων απαλλάττεις τους τιμώντάς σε».


Ιερός Ναός των Αγίων Αναργύρων

Picture
Ο πάνσεπτος καθεδρικό Ιερός Ναός των Αυταδέλφων Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού κτίστηκε εκ νέου το 1955 από άσπρη πελεκητή τοπική πέτρα, ιερουργούντος του αιδεσιμοτάτου Ιερέως Παπαδιαμάντη Βασιλείου στα θεμέλια του από το 1770 κτισθέντος παλαιότερου Ιερού Ναού. 
Είναι αφιερωμένος στους θαυματουργούς Αγίους Αναργύρους Κοσμά και Δαμιανό. Είναι ο κεντρικός καθεδρικός ναός του χωριού.
Το χωριό πανηγυρίζει στη μνήμη των Αγίων Αναργύρων την 1η Ιουλίου και την 1η Νοεμβρίου.
Εντός του Ναού, υπάρχει πολύτιμο ιερό κειμήλιο, η κάρα της Αγίας Ευφροσύνης, καύχημα και Ιερό Προσκύνημα των κατοίκων του χωριού μας. Το ιερό αυτό προσκύνημα το έφερε στο χωριό μας σεβάσμιος Λευίτης από την Κωνσταντινούπολη. 
Η κάρα της Αγίας Ευφροσύνης διατηρείται ευλαβώς σε εντός ασημένιας θήκης. Εντός της εκκλησίας υπάρχουν και εικόνας της Αγίας Ευφροσύνης (βλ. φωτογραφίες παρακάτω)
Picture
Picture
Picture
Picture

Στην εκκλησία φυλάσσονται και εκκλησιαστικά κειμήλια και από τον προηγούμενο Ιερό Ναό που υπήρχε από το 1700. 
Picture
Picture
Picture
Picture

Άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος

Στον ίδιο χώρο είναι χτισμένος και ο ναός του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου
Ο ναός παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί είχε κωδωνοστάσιο πολύ γραφικό και παραδοσιακά χτισμένο με μεράκι από μαστόρους Τζουμερκιώτες από τους Χουλαράδες.
Κτίστηκε το 1911 με δαπάνες των αδελφών Κωνσταντίνου Μπέλλου όπως μαρτυρεί η εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα.

Picture
Picture

Ιερά Μονή Γεννήσεως της Θεοτόκου

Ο Ιερός Ναός της Παναγίας είναι αφιερωμένος στη Γένεση της Θεοτόκου.
Η Ιερά Μονή Γεννήσεως της Θεοτόκου (Παναγία των Δραμεσών) χτίστηκε το 1664. Υπήρξε Ιστορικό Μοναστηρι με μεγάλη προσφορά στα ζοφερά μαύρα χρόνια της Τουρκοκρατίας και με το Μοναστηριακό (Κρυφό) Σχολειό πρόσφερε παιδεία στο δουλωμένο Γένος.

Picture
Στην Ιερά Μονή της Γεννήσεως της Θεοτόκου φυλάσσονταν η Ιερά Εικόνα της Παναγίας (Αλαποβήτρας) αμιγώς Δυτικής Τεχνοτροπίας. Παρουσιάζει την Παναγία Βρεφο-κραοτύσα με το μικρό Χριστό στα δεξιά. 
Η Εικόνα είναι μεγάλης καλλιτεχνικής αξίας και στο παρελθόν η Μητρόπολη Ιωαννίνων είχε ζητήσει να την πάρει από το χωριό. Σήμερα φυλάσσεται στο Βυζαντινό Μουσείο των Ιωαννίνων. 
Picture

Άγιος Παντελεήμων

Picture

Άγιος Αθανάσιος

Picture

ΔΡΑΜΕΣΙΤΙΚΗ ΝΤΟΠΙΟΛΑΛΙΑ

                                                        «Του Λόγου εσύ νεράιδα,
                                       της μητέρας μου και της ψυχής μου γλώσσα...
                                                   Ω γλώσσα της Ρωμιοσύνης...»
                                                               ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
 
αγκόλφι, το                                          = φυλαχτό
ακουρμαίνομαι, ρήμα                          = ακούω με προσοχή
αλισίβα , η, (ιταλ. lisciva)[1]               = σταχτόνερο για  πλύσιμο ρούχων
αναδεχτούρι, το,                                  = βαφτιστικός, αναδεξιμιός
αντέτι, το, (τουρκ. âdet)                       = συνήθεια
αντροπιάρα , η,                                   = ντροπαλή
απαντέχω, ρήμα,                                 = περιμένω, καρτερώ
απαντημένος, ο,                                  = τόπος που δεν επιτρέπεται η
                                                               βοσκή του
απίπ’κα, επίρ.                                      = αναποδογυρισμένα
απολο(γ)ή, η,                                      = απάντηση
αρεντεύω , ρήμα                                  = τρέχω
αστρέχα, η,                                          = κενό μεταξύ στέγης και τοίχου
αφυσ’κόπιασμα, το,                             = παλιόπαιδο, με αφύσικη
                                                               συμπεριφορά
βάβω, η,                                              = γριά, γιαγιά
βαένι, το, (σλαβ. vagan)                       = βαρέλι μεγάλο
βατσινιά, η,                                          = βάτος
βελέντζα, η, (ρουμ. velentza)               = μάλλινο κλινοσκέπασμα
βεντούζα, η, (ιταλ. ventosa)                 = ειδικό ποτήρι για θεραπεία
                                                                κρυώματος
βλάμης, ο, (αλβαν. vlam)                      = φίλος, υπηρέτης του γάμου
βλησίδι, το,                                          = θησαυρός, πλούτος
γαζέπι, το,                                           = πολύ δυνατή βροχή
γαϊτάνι, το, (τουρκ. kaytan)                  = κορδόνι
γαράφα, η,                                           = μπουκάλα
γέννημα, το,                                        = καρπός δημητριακών, σιτηρά
γκίζα, η, (αλβάν. giiz)                           = μυζήθρα που γίνεται από
                                                                ξινόγαλο
γκοσταρίτσα, η, (σλαβ. gusteritsa)        = σαύρα
γκουμώνω, ρήμα,                                = βάζω υγρό στο στόμα και το
                                                                κρατώ χωρίς να το καταπίνω
γκριτζιάλα, η,                                      = γκρίνια
γλούπος, ο,                                          = στόμιο δοχείου
γοίκος, ο, (τουρκ. yük)                         = στοίβα προικιών
γρεντά, η, (σλαβ. greda)                       = δοκός, δοκάρι χοντρό ξύλινο
γυαλίζομαι, ρήμα,                                = καθρεφτίζομαι
διάβα, η,                                              = πέρασμα
διακονάρης, ο,                                     = ζητιάνος
δικέλλι, το,                                          = αξίνα διχαλωτή
δροτσίλια, τα,                                      = εξανθήματα, σπυράκια
είχινα, ρήμα, (τοπική έκφραση)            = είχα
ένα καταδίκι, (τοπική έκφραση)            = πολλά
ζαβός, ο,                                              = ιδιότροπος, ανάποδος, κακός
ζαγάρι, το, (τουρκ. zaġar)                     = κυνηγετικό σκυλί
ζακόνι[2], το, (σλαβ. zakon)                    = συνήθεια, έθιμο
ζαλίκι, το,                                            = φόρτωμα ξύλων στη ράχη των
                                                                γυναικών
ζάντζα, η, (ιταλ. usanza)                       = ιδιοτροπία, αγριότητα ζώου
ζαπώνω, ρήμα,                                    = καταφέρνω να το κάνω κτήμα
                                                                μου
ζιάκα, η,                                              = τσουβάλι, σακκί
ήρα, η,                                                 = παράσιτο σιταριού
θέρμες, οι,                                           = ελονοσία, αρρώστεια με υψηλό
                                                                πυρετό
θιαμαίνομαι, ρήμα,                              = θαυμάζω
ίνορο, το, (ιδιωματισμός)                     = όνειρο
ισιάδα, η,                                             = (μεταφορικά) η αλήθεια
ισιώματα, τα,                                       = πεδινά μέρη
καζαντίζω, ρήμα, (τουρκ. kazandim)    = κερδίζω από δουλειά, πλουτίζω
καλιγώνω, ρήμα,                                 = πεταλώνω
καλπάκι, το, (τουρκ. kalpak)                = στρογγυλό καπέλλο από μάλλινο
                                                                ύφασμα ή δέρμα
καμπρολάχανο, το,                             = λάχανο, μάπα
καρκαρίτσι, το,                                    = μικρό χαλικάκι
κάρ’να, τα,                                           = κάρβουνα
κατιφές, ο, (τουρκ. Kadife)                  = βελούδο
κατσιουλώνω, ρήμα,                            = σκεπάζω
καψερός, ο,                                         = καημένος
κεμέρι, το, (τουρκ. kemer)                   = πέτσινο ζωνάρι διασκευασμένο
                                                               σε πορτοφόλι
κοκόσιες, οι,                                        = καρύδια
κομπανία, η, (ιταλ. compania)              = παρέα, μουσικό συγκρότημα
κοντσιά, η,                                           = είδος χορταριού που έστρωναν
                                                                στον τσάρκο
κοσιεύω, ρήμα,                                    = τρέχω
κούπα, η, (ιταλ. cupa)                          = ποτήρι
κουτσούβελα, τα,                                 = μικρά παιδιά
λεγένι, το, (λατ. lagena)                        = μεταλλική λεκάνη νιψίματος
λιγούρα, η,                                          = αναγούλα, τάση για εμετό
μανάρι, το,                                           = αρνί για πάχυνση στο σπίτι,
                                                                θρεφτάρι
μανίτσα, η,                                           = γιαγιά
μανόγαλο, το,                                      = μαγικό γάλα (μάνας και
                                                                θυγατέρας)
μαξούμι, το, (τουρκ. maksum)             = νήπιο
μαραγκιάζω, ρήμα,                              = μαραίνομαι
μαστραπάς, ο, (τουρκ. mastapa)           = δοχείο για νερό ή κρασί
μαχαλάς, ο, (τουρκ. mahalle)               = συνοικία
μπαϊλ’σιά, η,                                        = ζαλάδα, ανακάτωμα στομαχιού
μπατλιά, η,                                          = συστάδα πυκνών πουρναριών
μπιστόβλικος, ο,                                  = λαίμαργος
μπιστούρα, η,                                      = βράχος
μπλέτσι[3], το,                                        = γυμνό
μπουτσκάβ’ρας, ο,                               = σκορπιός
(ν)ουρά, (η)                                         = ουρά
ντραγάτης, ο,                                       = αγροφύλακας
ξά(γ)ι, το,                                            = αμοιβή μυλωνά
ξίψωμα, επίρ.                                       = χωρίς ψωμί
ξυλοκρένω, ρήμα,                                = παραμιλώ επιθανάτια
όντας, επίρ.                                         = όταν
πανωγόμι, το,                                      = παραπανίσιο βάρος
πάφλας, ο,                                           = τενεκές
πέτος, ο,                                              = πετεινός
πρέκι, το,                                             = οριζόντιο δοκάρι
προύσια, η,                                          = στάχτη με αναμμένα κάρβουνα
ριζές, ο,                                               = μεντεσές
ρόμπολο, το,                                       = ξύλο πεύκου
ρούγα, η ,(ιταλ.)                                   = δρόμος, σοκάκι
ρουκώνω, ρήμα,                                  = χώνω, καταχωνιάζω
σάλμα, το, (σλαβ. slama, μετάθ. salma)    = κλωνιά σίκαλης, βρίζας
σέα, τα, (απ’το ρήμα σείω = κινώ)        = τα κινητά πράγματα του σπιτιού
σιαπέρα, επίρ.,                                    = ίσια πέρα, (δώθε, πάν’(ω),
                                                                κάτ’(ω))
σκόπι, το, (αλβαν. skop)                       = ραβδί
σκούπρα, τα,                                       = σκουπίδια
σοκάκι, το, (τουρκ. sokak)                   = στενός δρόμος
σπίρτο, το,                                           = οινόπνευμα
σώνω, ρήμα,                                        = φτάνω
τάβλα, η, (λατ. tab(u)la)                        = χαμηλό ξύλινο τραπέζι
τακίμι, το,                                            = ομάδα από οργανοπαίχτες
τσάμπ(ου)ρο, το,                                 = βατόμουρο
τσιαγούλι, το,                                      = σιαγόνι
τσιάμι, το,                                            = ξύλο πεύκου
τσιάφη, η,                                            = πάχνη
τσιοκάνι, το,                                        = κουδούνι
τσιότσιος, ο,                                        = μικρός
τσούπρα, η, (αλβαν. tšuprë)                 = κορίτσι
τσουράπι, το, (τουρκ. çorap)                = κάλτσα
ύψωμα, το,                                           = λειτουργιά, πρόσφορο
φακιόλι, το,                                          = γυναικείο άσπρο κεφαλομάντηλο
φαμ(π)ίλια, η, (λατ. familia)                 = οικογένεια
φουλτάκα, η,                                        = φουσκάλα
χαϊρλίτικα, τα,                                     = χαρούμενα
χαλασιά μου, (Ηπειρώτικη έκφραση)    = αγαπημένο μου
χόβολη, η,                                           = ζεστή στάχτη
χου(γ)ιάζω, ρήμα,                               = φωνάζω δυνατά, μαλώνω
χούι, το,                                              = έξη, συνήθεια, ιδιαίτερος τρόπος
                                                                συμπεριφοράς
ψίκι, το, (λατ. obsequium)                    = γαμήλια πομπή


[1] Λέξεις δάνεια και αντιδάνεια.

[2] Παροιμία: Κάθε χώρα και ζακόνι, κάθε μαχαλάς και τάξη.

[3] Μεταφορικά: Έκανα ένα καλό μπλέτσι = έφαγα και χόρτασα.

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Όλα τα λαογραφικά στοιχεία σύμφωνα με τον Δημήτριο Οικονομίδη, καθηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών, εξετάζονται σε τρεις κατηγορίες που αφορούν
  1. Στον Υλικό Βίο
  2. Στον Κοινωνικό Βίο
  3. Στον Πνευματικό Βίο
 
Ένα από τα σπουδαία λαϊκά στοιχεία που εξετάζεται στον Υλικό Βίο είναι και η τοπική παραδοσιακή ενδυμασία.
Για να γίνει η τοπική ενδυμασία των γυναικών του χωριού προηγούνται πολλές εργασίες:
Στο χωριό Δραμεσοί πριν την επανάσταση, οι κάτοικοι ασχολούνταν με την γεωργία και την κτηνοτροφία.
Από την κτηνοτροφία προμηθεύονταν το μαλλί.
Από το μαλλί από τα γίδια γίνονταν σκληρά υφαντά, κυρίως στρωσίδια, σαμαροσκούτια και για τον τσομπάνο κοντοκάπι, ταλαγάνι, και βαριά κάπα.
Τον Μάϊο κούρευαν τα πρόβατα. Το μαλλί των προβάτων πλένονταν για να φύγει η σαριά.

ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ

Η κτηνοτροφία εκτός από τα προϊόντα διατροφής έδινε και την πρώτη ύλη (έριο) για την ενδυμασία. Από το μαλλί των προβάτων γίνονταν το ύφασμα κι απ’αυτό ράβονταν τα φορέματα. Η αντρική φορεσιά ήταν πιο απλή, ενώ η γυναικεία ήταν πιο σύνθετη. Ειδικότερα, η γυναικεία λαϊκή ενδυμασία, για τις χαρούμενες στιγμές του κοινωνικού βίου, έχει και στην ύφανση ιδιαίτερη τέχνη, είναι περίτεχνα κεντημένη και φοριέται με ωραία κοσμήματα.

Για να φτάσει όμως η πρώτη ύλη ως το στάδιο που θα γίνει ύφασμα, κατάλληλο για τις διάφορες φορεσιές, περνάει από διάφορες φάσεις και απαιτούνται οι απαραίτητες προπαρασκευαστικές εργασίες:

❧ Ύφανση


Προπαρασκευαστικές εργασίες

Το κούρεμα: Κουρεύονταν τα πρόβατα το Μάη μήνα με μεγάλα ψαλίδια, τα προβατοψάλιδα. Το μαλλί όπως κουρεύονταν αποτελούσε ένα ενιαίο σύνολο, το ποκάρι. Τα ποκάρια μαζεύονταν σε τσουβάλια και μεταφέρονταν απ’τη στάνη στο σπίτι.

Το πλύσιμο: Τα ποκάρια, έτσι όπως κουρεύονταν, ήταν πολύ βρώμικα, γι’αυτό έπρεπε να πλυθούν με πολύ νερό, για να φύγει η σαριά. Στη συνέχεια το μαλλί απλώνονταν για στέγνωμα.

Το ξάσιμο (ξαίνω =ξανοίγω το μαλλί): Μετά το στέγνωμα, οι νοικοκυρές άρχιζαν να «γραίνουν» το μαλλί, να το ξεσβολιάζουν, να το καθαρίζουν απ’τις κολτσίδες και να το κάνουν κατάλληλο να μπει στα σκαμάγκια για λανάρισμα.

Το λανάρισμα: Το λανάρισμα γίνονταν με τα λανάρια, που στο χωριό μας τα λέγαμε σκαμάγκια.

Τα σκαμάγκια: Τα σκαμάγκια αποτελούνταν από δύο μέρη: Απ’το κινητό, που είναι μια ξύλινη πλάκα 20-30 εκ. περίπου. Στην επάνω επιφάνειά της έχει μια ξύλινη λαβή και στην κάτω έχει ψιλά σιδερένια δοντάκια 1-3 εκ. Και απ’το ακίνητο, που είναι ίδια σε μέγεθος με το κινητό, ξύλινη πλάκα, εφοδιασμένη κι αυτή στην επάνω επιφάνειά της με ίδια σιδερένια δοντάκια. Η κάτω επιφάνειά της έχει εξάρτημα, για να στερεώνεται ανάμεσα στα πόδια της γυναίκας.

Στο επάνω μέρος της ακίνητης επιφάνειας και πάνω στα δοντάκια, βάζει η γυναίκα το μαλλί. Μετά παίρνει το επάνω λανάρι (σκαμάγκι), το ακουμπάει στο κάτω και το σέρνει προς τον εαυτό της. Καθώς το μαλλί ξεμπλέκεται μέσα στα δόντια των σκαμαγκιών, βουρτσίζεται κι ανοίγει σε μακριές ίνες. Έτσι αφράτο όπως είναι, γίνονται οι τουλούπες κι αρχίζει το γνέσιμο.

Picture
Το γνέσιμο: Για να γίνει το γνέσιμο, η τουλούπα μπαίνει στη ρόκα.
Εργαλεία για το γνέσιμο είναι:


Η ρόκα: Στη στεφάνη της ρόκας μπαίνει η τουλούπα και αρχίζει το γνέσιμο. Η καλή ρόκα είναι φτιαγμένη από καλό ξύλο, κεντημένη από τους τσοπάνηδες με κεντίδια περίτεχνα. Είναι ένα πραγματικό κόσμημα λαϊκής τέχνης.

Η παράδοση της όμορφης διακόσμησης της ρόκας έρχεται από την αρχαιότητα. Στα αρχαία χρόνια η ηλακάτη (ρόκα) κοσμούνταν με πολύτιμη ύλη (ελεφαντοστό, χρυσό) και οι γυναίκες την αφιέρωναν στη θεά Αθηνά, που ήταν η προστάτιδα της κλωστικής τέχνης.

Το αδράχτι: Είναι ξύλο όμορφα πελεκημένο, 40 περίπου εκατοστών, και στη μέση έχει μεγαλύτερο πάχος.

Το σφοντύλι: Είναι μικρό κωνικό κομμάτι ξύλου, που είναι τρυπημένο στο κέντρο του, για να περνάει και να σφηνώνεται το κάτω τμήμα του αδραχτιού. Το σφοντύλι χρησιμοποιείται για το σφιχτό γνέσιμο του νήματος (στημόνι).

Με τα παραπάνω ξύλινα χειροποίητα εργαλεία γίνεται το γνέσιμο. Η γυναίκα παίρνει απ’την τουλούπα μικρά φλόκια μαλλιού, τα κλώθει με το χέρι, γίνεται το νήμα και το τυλίγει στο αδράχτι. Το νήμα που είναι σφιχτά γνεμένο είναι το στημόνι, που μπαίνει στον αργαλειό κατά μήκος, ως βάση του υφαντού. Το νήμα που δεν είναι σφιχτά γνεμένο είναι το υφάδι, που προορίζεται με τη βοήθεια της σαΐτας να διασταυρωθεί με το στημόνι και να γίνει η ύφανση.

Το τυλιγάδιασμα: Μετά το γνέσιμο, το νήμα (γνέμα) τυλίγεται σε μεγάλους «τσιλέδες», πλένεται και ακολουθεί η βαφή του. Μετά το βάψιμο, το στημόνι τυλίγεται σε κουβάρια και το υφάδι σε μασούρια.
Picture
Με την ύφανση όλο το υλικό που προέρχεται από το μαλλί των προβάτων γίνεται στον αργαλειό το βιλάρι. Από αυτό γίνονται οι στολές των χωρικών, αλλά και ωραίες υφαντές κουβέρτες που λέγονται μαντανίες και ωραίες φλοκάτες βελέντζες σε διάφορα χρώματα, καθώς και Χεράμια προσκέφαλα.
Εκτός από το μαλλί των προβάτων υπάρχει και σπάνια ύφανση με άγριο μαλλί από γίδια. Το ύφασμα από τα γίδια είναι σκληρό και γίνονται οι κάπες, τα κοντοκάπια και τα ταλαγάνια για τους βοσκούς. Και για το σπίτι παράγονται από αυτό σκληρά στρωσίδια και τέντες. 

Ο Αργαλειός

Ο Αργαλειός
Picture
Ο αργαλειός ήταν το οικιακό υφαντικό εργαλείο που βρίσκονταν, σχεδόν, στα περισσότερα σπίτια του χωριού και κυρίως σ’αυτά που είχαν κοπέλες για παντρειά. Το σπίτι που είχε αργαλειό θεωρούνταν προκομμένο.

Ο αργαλειός έχει τα εξής εξαρτήματα:


Το αντί: είναι τ'αργαλειού κυλινδρικό ξύλο. Υπάρχει στον αργαλειό το πισινό αντί και το μπροστινό. Στο πισινό αντί τυλίγεται το στημόνι και στο μπροστινό το ύφασμα που έχει υφανθεί.

Το μιτάρι:
είναι εξάρτημα του αργαλειού που φέρει χοντρά νήματα, τα οποία στηρίζονται σε δυο βέργες πάνω και κάτω.

Το ξυλόχτενο: είναι το χτένι που βρίσκεται ανάμεσα σε δυο ειδικά κατασκευασμένα ξύλα και το οποίο κρέμεται από τα δοκάρια του αργαλειού.

Τα καρούλια: είναι ξύλινες τροχαλίες, απ’ τις οποίες κρέμονται τα μιτάρια.

Οι πατήτρες (πατούρες): είναι δυο σανίδια στη βάση του αργαλειού, που ενεργούν ως πηδάλια και είναι κι αυτές συνδεδεμένες με τα μιτάρια.

Η σαΐτα: είναι μικρή ξύλινη μακρόστενη βαθουλωτή υποδοχή μέσα στην οποία μπαίνει το μασούρι


Picture
Για να καθήσει όμως η υφάντρα στον αργαλειό να υφάνει, πρέπει να γίνουν και οι εξής δύο εργασίες:

Το διάσιμο (ίδιασμα): Η εργασία αυτή γίνεται, συνήθως, σε ανοιχτό μέρος, έξω από το σπίτι. Τοποθετούνται τα κουβάρια ανά ένα σε διάφορα δοχεία. Μια πεπειραμένη γυναίκα, που ξέρει από αργαλειό, τραβάει ταυτόχρονα τα νήματα (στημόνια) από κάθε κουβάρι το οποίο ξετυλίγεται. Σ’αυτό το στάδιο καθορίζεται το μήκος του υφάσματος. Το στημόνι (διασίδι) τυλίγεται στο αντί που μπαίνει στο πίσω μέρος του αργαλειού και ακολουθεί η σταύρωση των νημάτων στον αργαλειό και στη συνέχεια γίνεται το μιτάρισμα.

Το μιτάρισμα: είναι η τελευταία εργασία πριν από την ύφανση. Ανάμεσα από τα μιτάρια περνάνε τα νήματα του στημονιού και στη συνέχεια περνάνε κι απ’τα δόντια του χτενιού και καταλήγουν στο μπροστινό αντί.

Η ύφανση: Για να γίνει η ύφανση, η σαΐτα, που έχει το μασούρι με το υφάδι, διασταυρώνεται με τις κλωστές του στημονιού. Για να εκτοξεύεται η σαΐτα ανάμεσα στις κλωστές του στημονιού, πρέπει αυτές να σχηματίζουν ένα διάκενο. Και το διάκενο σχηματίζεται κάθε φορά που η υφάντρα πατάει τις πατούρες και ανεβοκατεβάζει τις κλωστές του στημονιού. Μετά το υφάδι, χτυπιέται με το χτένι, για να ενσωματωθεί στο ύφασμα.

Στα εξαρτήματα του αργαλειού αναφέρεται και το παρακάτω δημοτικό τραγούδι30:

«Μια κόρη μια Γιαννιώτισσα και μια Γιαννιωτοϖούλα,
πώ’χει ασημένιον αργαλειό και φιλντισένιο χτένι.
Πώ’χει σαΐτα μάλαμα, πατούρες πυξαρένιες.
Σιγοπατάει τον αργαλειό και τρίζουν τα καρούλια».

Για να γίνει όμως η όλη διαδικασία, χρειάζονταν να καθήσει η υφάντρα ώρες πολλές στον αργαλειό με αρκετή υπομονή. Και όπως λέει ο λαός:


«Το κέντισμα είναι γλέντισμα κι η ρόκα είναι σεργιάνι, κι ο έρημος ο αργαλειός είναι σκλαβιά μεγάλη».

Όμως παρά την κούραση, στο τέλος ένιωθε μεγάλη ικανοποίηση, βλέποντας να ετοιμάζεται όμορφη η προίκα της. Εκεί στον αργαλειό η κόρη μαζί με τα υφαντά ύφαινε και τα δικά της όνειρα. Περίμενε τον ξενιτεμένο, τον αγαπημένο της, που θα γυρνούσε πετυχημένος από την ξενιτειά, για να γίνει ο γάμος τους.

Πολύ χαρακτηριστικό της γλυκειάς προσμονής είναι το παρακάτω τραγούδι:

«Πέτα, σαΐτα μου γοργή με το ψιλό μετάξι Να ’ρθ’ ο καλός μου τη Λαμπρή νά ΄βρει χρυσά ν’ αλλάξει. Τάκου, τάκου ο αργαλειός μου, τάκου κι έρχεται ο καλός μου.Μαντήλι αϖό το δάκρυσμα δεν του’μεινε στα ξένα. Αρχοντοπούλες τον ζητούν κι αυτός πονεί για μένα Τάκου, τάκου στην αυλή μου, ώσπου να’ρθει το πουλί μου.

Εγώ το υφάδι θα γινώ κι εκείνος το στημόνι, ϖου να μπλεχτεί με το πανί και πια να μη γλυτώνει.

Τάκου, τάκου και σε λίγο φτάνει για φιλί και για στεφάνι.

Πέτα, σαΐτα μου γοργή, χτύϖα, χρυσό μου χτένι κι ατέλειωτη Σαρακοστή μερόνυχτο να γένει. Τάκου, τάκου ο αργαλειός μου, τάκου κι έρχεται ο καλός μου»
Picture
Υφαντό ξομπλιαστό προσκέφαλο από την προίκα της Ελευθερίας συζύγου Μιχαήλ Μπέλλου, μητέρας του Κωνσταντίνου Μπέλλου
ΦΟΡΕΣΙΕΣ
Η αντρική φορεσιά

Στον παλιότερο καιρό η παραδοσιακή κλειστή κοινωνία, στο ζήτημα της φορεσιάς είχε τους δικούς της κώδικες και κανόνες. Δεν μπορούσε ο καθένας να φοράει ό,τι θέλει και όπως θέλει. Η ομοιόμορφη με τα ίδια τμήματα παραδοσιακή φορεσιά ήταν τόσο για τους άντρες, όσο και για τις γυναίκες υποχρεωτική.

Πριν από το 1900, και μέχρι το 1930 με μικρές παραλλαγές, οι άντρες του χωριού φορούσαν άσπρη φουστανέλα με πολλές δίπλες (λαγγιόλια) και άσπρο πουκάμισο με φαρδιά μανίκια. Πάνω απ’το πουκάμισο φορούσαν το γιλέκο (κοντόσι) και πάνω απ’το γιλέκο ένα είδος πανωφοριού που το έλεγαν ντουμάνα. Τους χειμερινούς μήνες, ειδικά οι τσομπάνηδες, φορούσαν την κάπα, το κοντοκάπι ή το ταλαγάνι.

Στη μέση φορούσαν το σελάχι, που ήταν δερμάτινη ζώνη με πολλές θήκες. Συνήθως έβαζαν σ’αυτές την καπνοσακκούλα, τον πριόβολο, την ίσκα και τα τσιγαρόχαρτα. Στο σελάχι μερικοί έβαζαν μαχαί- ρια και πιστόλια.

Στα πόδια φορούσαν μεχρι πάνω στους μηρούς, όπως οι τσολιάδες, άσπρες χοντρές κάλτσες και κόκκινα τσαρού- χια με φούντες μαύρες, ενισχυμένα με πρόκες. Άλλοι φορούσαν τσα- ρούχια χωρίς φούντες. Ήταν τα τσαρούχια με μύτες, τα οποία στη θέση της φούντας είχαν μια μύτη γυριστή προς τα επάνω. Και ήταν γυριστή η μύτη, για να μην τους εμποδίζει στο περπάτημα στους δύσκολους δρόμους του χωριού. Και οι πιο φτωχοί, που δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα ν’ αγοράσουν από τα Γιάννενα τσαρούχια, φορούσαν γουρουνοτσάρουχα, που τα έφτιαχναν μόνοι τους. Έπαιρναν ακατέργαστο δέρμα γουρουνιού κι έφτιαχναν πρόχειρα τσαρούχια, κομμένα και ραμμένα με σπάγγο, για να είναι εφαρμοστά στα ποδάρια τους.

Στο κεφάλι οι πιο γέροι φορούσαν το καλπάκι, ένα είδος στρογγυλού σκούφου από ύφασμα και μερικοί φορούσαν σκούφο πλεχτό. Οι νέοι φορούσαν κόκκινο φέσι με μαύρη φούντα από μεταξωτό μαύρο νήμα. Το φέσι επί Τουρκοκρατίας ήταν υποχρεωτικό. «Μετά το 1930 τη θέση της φουστανέλας την πήρε η σαλβάρα, μάλλινη, βαμμένη μαύρη, ϖου άρχιζε αϖό τη μέση κι έφτανε μέχρι κάτω από τα γόνατα, φαρδιά στους μηρούς αλλά στενή στα γόνατα. Οι πιο νέοι αντί για τη σαλβάρα φορούσαν τη μϖουραζάνα, που δε σταματούσε στα γόνατα, αλλά έφτανε μέχρι τους αστρα- γάλους, και ήταν συνήθως άσϖρη».

Το πουκάμισο δεν έχει φαρδιά μανίκια και κουμπώνει με κουμπιά στα χέρια. Δεν έχει γιακά και στο λαιμό κουμπώνει με κουμπιά. Διατηρήθηκε το γιλέκο αλλά χωρίς μανίκια και καταργήθηκε το τουρκικό φέσι. Καταργήθηκε και το σελάχι κι αντικαταστάθηκε από το ζωνάρι με κρόσια στις δυο άκρες, πλεχτό ή υφαντό.


Picture
Η γυναικεία φορεσιά

Οι γυναίκες εσωτερικά, όπως και οι άντρες, φορού- σαν κατάσαρκα μάλλινη στο χέρι πλεχτή φανέλα. Πάνω απ’τη φανέλα φορούσαν το πουκάμισο (ουρτί), που ήταν βαμβακερό, πλατύ και με μανίκια κι έφτανε μέχρι τη μέση της γάμπας.

Το φουστάνι ήταν μάλλινο υφαντό με μανίκια ή και χωρίς μανίκια. Στις πλάτες και στη μέση ήταν εφαρμοστό κι απ’τη μέση και κάτω μέχρι λίγο πάνω απ’τον αστράγαλο ήταν πλατύ με σούρες (δίπλες). Ο ποδόγυρος, συνήθως, είχε για στόλισμα δυο σειρές από βελουδένιο ύφασμα (κατιφέ). Στο μπροστινό μέρος μέχρι τη μέση ήταν ανοιχτό, για να φαίνεται η κεντημένη λαιμαριά. Το μάλλινο σεγγούνι (σιγγούνι) ήταν εφαρμοστό στο σώμα, χωρίς μανίκια και συνήθως ήταν μαύρου χρώματος και  κεντημένο με σειρήτια. Το φορούσαν πάνω απ’το φουστάνι και ήταν λίγο πιο κοντό απ’αυτό.
Picture
Picture
Picture
Picture
Πολύ αργότερα το φαρδύ πουκάμισο και το σεγγούνι έπαυσαν να φοριούνται. Στη θέση του σιγγουνιού φορούσαν την καμντζέλα, που ήταν ένα είδος γιλέκου με μανίκια. Φορούσαν και ποδιές που ήταν με ύφασμα αγοραστό. Τα νέα κορίτσια φορούσαν ποδιές χρωματιστές.

Στα πόδια φορούσαν τα τσουράπια (τσουρέπια), που έφταναν μέχρι κάτω απ’το γόνατο και δένονταν εκεί με το τσιρεπόσκοινο. Για το πλέξιμό τους χρησιμοποιούσαν γνέμα (νήμα) λεπτό και στριφτό και ειδικές βελόνες πλεξίματος (κονταρίτσες)36. Για παπούτσια φορούσαν τσαρούχια κόκκινα με μαύρες φούντες οι νέες γυναίκες, με μύτες και χωρίς φούντες οι ηλικιωμένες.

Το μαντήλι του κεφαλιού το δίπλωναν τριγωνικά στα δύο με τη μία άκρη από μέσα και την άλλη να κρέμεται στην πλάτη. Οι βάβες και οι μεσόκαιρες φορούσαν ολόμαυρο μαντήλι, οι τσιούπρες και οι νιες μαύρο με πολύχρωμα κλαράκια και λουλούδια. Μερικές νέες (ρούσες) φόρεσαν αργότερα και άσπρο μαντήλι, το φακιόλι. Οι νέες έδεναν το μαντήλι «πλόσκα», για να φαίνεται όλο το πρόσωπο, τα σκουλαρίκια κι ο λαιμός. Οι ηλικιωμένες φορούσαν το μαντήλι, έτσι ώστε να σκεπάζεται καλά το κεφάλι, το περνούσαν κάτω απ’το πηγούνι και το δένανε πίσω στο λαιμό και φαινότανε μόνο το πρόσωπο.

Η νυφική φορεσιά


Η νυφική φορεσιά δεν έχει καμιά σχέση με τα ολόλευκα νυφικά της σημερινής εποχής. Είναι η παραδοσιακή γυναικεία φορεσιά, μόνο που τα υλικά, ο χρωματισμός, τα κεντήματα και τα κοσμήματα ήταν πολύ διαφορετικά από τις φορεσιές που χρησιμοποιούνταν στις εργάσιμες μέρες.
Οι παλιές τοπικές παραδοσιακές γυναικείες ενδυμασίες υπάρχουν πλέον μόνο σε πολιτιστικούς συλλόγους για τα χορευτικά συγκροτήματα. 
Η Νίτσα, δασκάλα, σύζυγος του Κωνσταντίνου Μπέλλου άνοιξε την κασέλα της γιαγιάς και βρήκε ό,τι παλιά ενδυμασία υπήρχε και φόρεσε σεγκούνι, ζακέτα, φουστάνι, ποδιά και πλεκτές ξομπλιαστές άσπρες κάλτσες, όπως φαίνεται στην παρακάτω φωτογραφία. 
Picture

Δραμεσίτικη Κουζίνα

Picture
Παραδοσιακά φαγητά:
Τα συνηθέστερα παραδοσιακά φαγητά ήταν:
Το μπατσάρι (μπατσαριά): Είναι ένα είδος χορτόπιτας, χωρίς να είναι πίτα, γιατί δεν έχει τα φύλλα (πέτουρα – πέτρα) που έχουν οι πίτες. Γίνεται με λάχανα του κήπου, κυρίως λάπατα και βλήτα. Προσθέτουν και μυρωδικά χόρτα (μακεδονίσι, άνηθο, δυόσμο, μελισσόχορτο). Όλα αυτά στρώνονται, αφού πρώτα ζεματιστούν, στο ταψί, πάνω από μια στρώση λεπτού χυλού (κουρκούτι) από καλαμποκίσιο ή σταρένιο αλεύρι. Ρίχνουν μέσα και ψιλοκομμένο τυρί. Αφού τα ανακατέψουν και τ' απλώσουν καλά στη βάση του ταψιού, ξαναρίχνουν τώρα πάνω από τα λάχανα πάλι λεπτό στρώμα απ’ το αραιό κουρκούτι κι ύστερα σ’ όλη την επάνω επιφάνεια ρίχνουν αγνό λυωμένο βούτυρο ή και λάδι. Ψήνεται μετά στη γάστρα και γίνεται το νοστιμότατο μπατσάρι.

Το ζυμάρι: Είναι μια ζυμαρόπιτα χωρίς λάχανα και φύλλα πίτας (πέτρα). Ο χυλός (κουρκούτι), όχι πολύ αραιός, γίνονταν κυρίως από σταρένιο αλεύρι. Στο κουρκούτι μπορεί να μπει και τριμμένο τυρί. Στο λυωμένο βούτυρο καβούρντιζαν ελαφρώς και ψιλοκομμένο κρεμμύδι. Ο χυλός δεν πρέπει να έχει στο ταψί πάχος πάνω από 2–3 εκ. Και όταν το έβγαζαν απ’ τη γάστρα το ζ’μάρι, όσο ήταν ζεστό, ήταν πολύ νόστιμο.

Κρεασόπιτα (κριασόπιτα): Η ονομασία αυτή σ’ άλλα μέρη της Ελλάδας παραπέμπει στην πίτα με κιμά, όμως η πίτα αυτή με τον τρόπο που παρασκευάζεται είναι καθαρά Ηπειρώτικη πίτα. Από έμπειρες νοικοκυρές ανοίγονται, από ειδικό σταρένιο αλεύρι, τα φύλλα. Στην κατσαρόλα βράζουν καλά το κρέας, το οποίο πρέπει να είναι από πρόβατο. Στρώνονται τα ανοιγμένα φύλλα στο ταψί και η κάθε στρώση αλείφεται με λυωμένο βούτυρο. Τα φύλλα καλύπτουν όλη τη βάση του ταψιού και φροντίζουν να εξέχουν περιμετρικά κι έξω απ’ αυτό. Στη βάση του ταψιού πάνω από τα φύλλα απλώνεται το ρύζι και πάνω σ’ αυτό αδειάζουν απ’ την κατσαρόλα το ζουμί με το βρασμένο κρέας. Τα κομμάτια του κρέατος τα ξεχωρίζουν και τα βάζουν περιμετρικά στο ταψί και διπλώνουν πάνω σ’ αυτά τα εξέχοντα φύλλα και αφήνουν ακάλυπτο στο κέντρο το ρύζι. Με τα διπλωμένα φύλλα πάνω από το κρέας δημιουργείται έτσι κυκλικά στο ταψί ένας κόθρος. Στη γάστρα το ρύζι βράζει με το ζουμί του κρέατος και ροδοκοκκινίζει στις άκρες η πίτα. Για να μην ξεροψηθούν και καούν οι κόθροι, γι’ αυτό φρόντιζαν να τους καλύπτουν. Στην Αποκριά του Ταξιάρχη (14 Νοέμβρη) μας έστελναν, μικρά τότε παιδιά, να μαζέψουμε πεσμένα καστανόφυλλα. Αφού τα έπλεναν καλά, κάλυπταν μ’ αυτά τα «κόθρια» της πίτας. Έτσι ψήνονταν χωρίς να καεί η «κριασόπιτα», που είναι πολύ νόστιμη.

Μπαζίνα: Τα βράδυα, στα χρόνια της Κατοχής, άλλοτε τρώγαμε κουρκούτι και άλλοτε μπαζίνα. Για να γίνει η μπαζίνα, στο νερό που χόχλαζε, ανάλογα με τα άτομα που θα έτρωγαν, έριχναν 2–3 χούφτες αραποσίτικο αλεύρι. Αφού έβραζε αρκετή ώρα με φουσκάλες, ανακάτευαν καλά το περιεχόμενο με μια ξύλινη κουτάλα (χ’λιάρα). Τη μάζα αυτή την περιέχυναν σ’ ένα μικρό ταψί κι έριχναν από πάνω καμένο βούτυρο ή λάδι. Άλλες φορές πρόσθεταν και κόκκινο πιπέρι. Καθισμένη η οικογένεια γύρω απ’ την αγωνίστρα,
ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ 
Picture
Σήμερα στον αρχαιολογικό χώρο δεσπόζει το αρχαίο θέατρο 28000 θέσεων, που είναι το μεγαλύτερο στην Ελλάδα.
Ιδιαίτερα θαυμαστή είναι η ακουστική του θεάτρου. Οι πρόγονοί μας επέλεγαν με προσοχή τους χώρους που δημιουργούσαν αρχαία κτίσματα. Από τα βουνά που πίστευαν ότι κατοικεί ο Δίας έριχνε κεραυνούς στην κοιλάδα της Δωδώνης. Ο αέρας από την κοιλάδα της Δωδώνης έφτανε κατευθείαν στις κερκίδες των θεατών προσδίδοντας αυτήν την περίφημη ακουστική στο χώρο.
Στο θέατρο της Δωδώνης, κάθε χρόνο τον μήνα Αύγουστο ανεβάζοντας αρχαίες τραγωδίες από το εθνικό θέατρο με σπουδαίους ερμηνευτές.
Στο Θέατρο της Δωδώνης έχουν παίξει ο Αλέξης Μινωτής και η Κατίνα Παξινού, ο Θάνος Κωτσόπουλος, η Άννα Συνοδινού, ο Θύμιος Καρακατσάνης και άλλοι σπουδαίοι ερμηνευτές. Η πρώτη παράσταση του 1960 ήταν οι «Φοίνισσαι» του Ευριπίδη και σε αυτήν έπαιξαν μεταξύ άλλων οι προαναφερθέντες ηθοποιοί Αλέξης Μινωτής και Κατίνα Παξινού, καθώς και ο Θάνος Κωτσόπουλος στο ρόλο του Κρέοντα.
Η προσέλευση του κόσμου από όλη την Ελλάδα, αλλά και τις γύρω περιοχές ήταν μεγαλειώδης γεμίζοντας τόσο τις κερκίδες όσο και το χώρο πάνω από το θέατρο.

Picture
Picture
Picture

Πολιτιστικό Κέντρο Δραμεσών

Η Κοινότητα στερούνταν πολιτιστικού κέντρου. Οι συνεδριάσεις γίνονταν σε ένα παλαιό κτήριο το οποίο χρησιμοποιούνταν ως σχολείο για ένα διάστημα. Γι αυτό οι κάτοικοι αποφάσισαν να κτίσουν ένα σύγχρονο πολιτιστικό κέντρο στην πλατεία του χωριού. 
Επί προεδρίας Ευαγγέλου Κέκκου και συγκεκριμένα το 1973 χτίστηκε με τη συνδρομή των εμπειροτεχνών Νικολάου Παπαδιαμάντη και Αναστασίου Τόλη το πολιτιστικό κέντρο του χωριού (απεικονίζονται στην συνέχεια με τη σειρά που αναφέρονται).
Picture
Picture

Ευάγγελος Κέκκος

Picture

Νικόλαος Παπαδιαμάντης

Picture

Αναστάσιος Τόλης

Στο Ισόγειο υπάρχουν δύο αίθουσες για τις διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις και μικρή αίθουσα για το κυλικείο.
Στον 1ο όροφο υπάρχουν δύο αίθουσες η μία είναι το γραφείο του προέδρου της Κοινότητας μαζί με το αρχείο.
Στην άλλη αίθουσα υπάρχει κοινοτική βιβλιοθήκη με πολλά βιβλία παιδικής λογοτεχνίας και πολλές άλλες πολύτιμες εκδόσεις.
Εξωτερικά στην πλατεία υπάρχει ειδικά διαμορφωμένος χώρος για τις εξωτερικές πολιτιστικές εκδηλώσεις

Πέριξ της πλατείας υπάρχουν αμφιθεατρικά πέτρινες κερκίδες για να κάθονται οι θεατές.
Απέναντι από τις κερκίδες υπάρχει ειδικός χώρος για πρόβες δοκιμές και παραστάσεις
Στην είσοδο της πλατείας υπάρχει ένα όμορφο πέτρινο παρεκκλήσι αφιερωμένο στους Αγίους Αναργύρους
Picture
Δίπλα από το πολιτιστικό κέντρο υπάρχει παραδοσιακή βρύση με πέτρινη λεκάνη, την οποία την έκτισε με προσωπικές δαπάνες η οικογένεια του Περικλή Δημητρίου.
Picture
Picture

Περικλής Δημητρίου

Σε παρακείμενο τέλος σημείο υπάρχει και εκκλησάκι αφιερωμένο στους Αγίους Αναργύρους
Picture
Site powered by Weebly. Managed by Pointer Internet Solutions
  • Αρχική Σελίδα
  • Γεωγραφία
  • Ιστορία
  • Πολιτισμικά Στοιχεία
  • Διοίκηση
  • Γενέθλια Γη
  • Blog
  • Βιβλία για το χωριό Δραμεσοί
  • Αρχική Σελίδα
  • Γεωγραφία
  • Ιστορία
  • Πολιτισμικά Στοιχεία
  • Διοίκηση
  • Γενέθλια Γη
  • Blog
  • Βιβλία για το χωριό Δραμεσοί